Η αμερικανική General Dynamics Land Systems ανακοίνωσε ότι υπέγραψε συμβόλαιο σταθερής τιμής, με το αμερικανικό Υπουργείο Άμυνας, ύψους $ 4,62 δισεκατομμυρίων για την προμήθεια αρμάτων μάχης M-1A2C. Πρόκειται για συνέχεια του προγράμματος αναβάθμισης 786 M-1A1 Abrams στο επίπεδο M-1A2C Abrams με συνολικό κόστος $ 2.628.902.518. Η έκδοση M-1A2C είναι η τελευταία και η πλέον σύγχρονη διαμόρφωση της οικογένειας αρμάτων μάχης Abrams, δεδομένου ότι βελτιώσεις ενσωματώνονται στους τομείς της επιβίωσης, της αποτελεσματικότερης και οικονομικότερης τεχνικής υποστήριξης, της συνολικής αποτελεσματικότητας του άρματος ως ολοκληρωμένο οπλικό σύστημα και της ικανότητας του να εκτελεί δικτυοκεντρικές επιχειρήσεις.

Η ανάπτυξη του M-1A2C ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2015, οπότε και ξεκίνησαν οι τεχνικές και επιχειρησιακές δοκιμές από τον Αμερικανικό Στρατό με επτά πρωτότυπα. Οι δοκιμές ολοκληρώθηκαν με επιτυχία τον Σεπτέμβριο του 2017. Τα πρώτα M-1A1 άρχισαν να παραδίδονται στον Αμερικανικό Στρατό τον Αύγουστο του 1985, ενώ συνολικά παραδόθηκαν 4.796 M-1A1. Σε σχέση με τα M-1, τα M-1A1 έχουν βελτιωμένη θωράκιση και το πυροβόλο Μ-256 των 120 χιλιοστών. Επίσης ενσωματώνουν σύστημα προστασίας από πυρηνικές, χημικές και βιολογικές απειλές, βελτιώσεις στο σύστημα ανάρτησης και μετάδοσης της κίνησης και στην εσωτερική εργονομία της καμπίνας.

Η έκδοση M-1A2 ενσωματώνει βελτιώσεις στο σταθμό μάχης του αρχηγού (ICWS : Improved Commander’s Weapon Station), ένα νέο ανεξάρτητο σύστημα θερμικής απεικόνισης για τον αρχηγό (CITV : Commander’s Independent Thermal Viewer), ένα σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ του πληρώματος (IVIS : Inter-Vehicular Information System) και ένα νέο σύστημα πλοήγησης και προσδιορισμού θέσης (POS/NAV : Position/Navigation System). Τον Αύγουστο του 2017 έγινε γνωστό ότι υπογράφηκε συμβόλαιο ύψους $ 310,6 εκατομμυρίων για την ανάπτυξη της έκδοσης M-1A2D και την κατασκευή επτά (7) πρωτοτύπων. Στην έκδοση M-1A2D το Abrams θα διαθέτει νέους αισθητήρες, αυξημένη φονικότητα και επιβιωσιμότητα. Η παραγωγή του M-1A2D αναμένεται να ξεκινήσει το 2023, ενώ η ένταξη του σε υπηρεσία προσδιορίζεται χρονικά για το 2025.