Το σήμα έφτασε στις επτά το απόγευμα: «Ιστιοφόρο σε δυσχερή θέση νοτιοδυτικά της Νισύρου». Το πλήρωμα που έσπευσε να βοηθήσει απόρησε με την επιλογή του καπετάνιου. Δεν ήταν καιρός για κρουαζιέρα στο Αιγαίο. Σφοδρή θαλασσοταραχή, άνεμος 7 μποφόρ, νερά να χτυπούν το κατάστρωμα συνεχώς. Μέρες σαν κι αυτή, ακόμη και το Λιμενικό απέφευγε τις περιπολίες για λόγους ασφαλείας. Το τουρκικής σημαίας «Pamira», όμως, έπρεπε να συνεχίσει την πορεία του προς την Αλικαρνασσό πάση θυσία. Δεν είχε περιθώριο για άλλη καθυστέρηση.

Προτού χαράξει η 1η Σεπτεμβρίου 2017 το ιστιοφόρο ρυμουλκήθηκε στο λιμάνι Μανδρακίου της Νισύρου. Οι λιμενικοί κέρασαν τους δύο Τούρκους επιβάτες καφέ και ζήτησαν από τον ομοεθνή τους κυβερνήτη να τους ακολουθήσει. Ηθελαν να ελέγξουν τις βλάβες που είχε υποστεί το σκάφος. Μια μυρωδιά στους χώρους ενδιαίτησης, όμως, τους κίνησε υποψίες. Μέσα στην πλωριά καμπίνα βρήκαν 775 κιλά ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, τυλιγμένα σε σακούλες σκουπιδιών, χωρισμένα σε 61 συσκευασίες. «Πονούσε το κεφάλι μου μία εβδομάδα», διαμαρτυρήθηκε αργότερα ένας από τους λιμενικούς. Τόσο έντονη ήταν η οσμή.

Τον Ιανουάριο του 2019 το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δωδεκανήσου καταδίκασε και τους τρεις Τούρκους σε ισόβια κάθειρξη. Εκρινε ότι από τα ναρκωτικά που μετέφεραν μπορούσαν να αποκομίσουν κέρδος έως και έξι εκατομμυρίων ευρώ. Ολοι τότε είχαν δηλώσει αθώοι. Δεν γνώριζαν για τα δέματα, υποστήριξαν. Δεν είχαν πάρει μυρωδιά. Την περασμένη Δευτέρα κάθισαν ξανά στο εδώλιο, σε δεύτερο βαθμό. Είχε μεσολαβήσει η μεταστροφή ενός εκ των τριών. Μέσα από τη φυλακή είχε αποφασίσει να μοιραστεί την αλήθεια.

Ο 46χρονος Μ.Κ. δεν λογάριαζε τα έξοδα στις διακοπές του. Ζούσε μόνιμα επί δύο δεκαετίες στην Ελβετία, όπου είχε δικό του εστιατόριο και εισόδημα 7.000 φράγκων τον μήνα. Η ιδέα μιας κρουαζιέρας στο Αιγαίο το καλοκαίρι του 2017 του φάνηκε δελεαστική. Θα πραγματοποιούσε το ταξίδι μαζί με τη σύντροφο και τη μεγάλη του κόρη, καθώς και τον 42χρονο ξάδελφό του, Ο.Κ.

Το ιστιοφόρο, όμως, που τους περίμενε στο λιμάνι του Λαυρίου δεν είχε ιδιαίτερες ανέσεις. Το «Pamira» ήταν ένα παλιό και βρώμικο σκάφος μήκους 18,5 μέτρων. Η σύντροφος και η κόρη του εστιάτορα αρνήθηκαν να επιβιβαστούν. Εκείνος επέμεινε. Δεν ήθελε να χαλάσει χατίρι, όπως υποστήριξε αργότερα, στον ξάδελφό του. Νοίκιασε μια καμπίνα για 3.000 ευρώ. Ακόμη κι όταν οι δύο καπετάνιοι τσακώθηκαν πριν από τον απόπλου και τους παράτησαν στην Ελλάδα, ο Μ.Κ. δεν έκανε πίσω. Βρέθηκε, μέσα σε λίγες ημέρες, άλλος κυβερνήτης. Ο Α.Μ., Τούρκος μαραγκός στο Λαύριο, δέχτηκε έναντι 1.000 ευρώ να οδηγήσει τα δύο ξαδέλφια στην άλλη πλευρά του Αιγαίου.

«Κρουαζιέρα δεν ήταν να κάνει, με τίποτα. Μύριζε βοθρίλα», κατέθεσε μετά τη σύλληψή του ο καπετάνιος, αλλά δήλωσε άγνοια για την κάνναβη. Είπε ότι η καμπίνα ήταν κλειδωμένη, δεν είδε τα δέματα και ότι κοιμόταν στο κατάστρωμα. Το ίδιο υποστήριξε ο Μ.Κ. «Εχω κάνει επέμβαση στο διάφραγμα, δεν ήξερα πώς μυρίζει η κάνναβη», ισχυρίστηκε.

Το ταξίδι τους ήταν περιπετειώδες. Ανοιχτά της Νάξου το ιστιοφόρο παρουσίασε πρόβλημα. Εβγαζε καπνούς από το πρυμναίο κατάστρωμα. Το «Pamira» αγκυροβόλησε στον κόλπο του Κάμπου Κωμιακής, ο καπετάνιος βγήκε κολυμπώντας στη στεριά και ζήτησε βοήθεια. Αγόρασε εξαρτήματα και ανταλλακτικά για να επισκευάσει την αντλία σεντίνας του σκάφους.

Εξω από την Αστυπάλαια, όμως, μια νέα βλάβη τους πρόδωσε. Δεν δούλευαν οι προπέλες. Είχαν τελειώσει τα λάδια και φώναξαν συνεργείο να τους τραβήξει σε έναν κολπίσκο για να επιδιορθώσουν τη ζημιά. Ο επίλογος του ταξιδιού τους γράφτηκε ανοιχτά της Νισύρου. Ενα μεγάλο κύμα έβαλε νερά στο σκάφος και έσβησε η μηχανή. Ακυβέρνητοι στο Αιγαίο, οι τρεις Τούρκοι καλούσαν σε βοήθεια.

Αλλαγή στάσης

Ενα μήνα μετά την πρωτόδικη απόφαση, τον Φεβρουάριο του 2019, ο Ο.Κ. αποφάσισε να αναιρέσει όσα μέχρι τότε υποστήριζε. Στην ομολογία του, την οποία κατέθεσε σε γραπτό υπόμνημα μέσα από τις δικαστικές φυλακές Κω και είναι σε γνώση της «Κ», παραδέχτηκε ότι γνώριζε για το φορτίο της κάνναβης. «Η απόφαση που ελήφθη στο δικαστήριο της Ρόδου ήταν υπερβολικά βαριά. Πίστευα ότι θα γλιτώσω με χαμηλότερη ποινή», ανέφερε. Είπε ότι τα ναρκωτικά είχαν φτάσει από την Αλβανία στην Αθήνα και ότι δέχτηκε να επιβλέψει τη μεταφορά τους μέχρι την πατρίδα του. Η κρουαζιέρα ήταν μια πρόφαση.

Οπως υποστήριξε ο ίδιος, ο ξάδελφός του και ο καπετάνιος δεν ήταν ενήμεροι. «Το σημείο όπου βρίσκονταν οι ναρκωτικές ουσίες ήταν κλειστό και μπροστά από την πόρτα είχα τοποθετήσει μια καρέκλα», ανέφερε. «Δεν υπήρχε περίπτωση να μυρίσουν, γιατί ήταν τυλιγμένες με πάνω από μία πλαστικές σακούλες».

Την περασμένη Δευτέρα, κατά την εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό, έγινε δεκτό το αίτημα συνηγόρων της υπεράσπισης και δεν κατέθεσαν μάρτυρες κατηγορίας. Ο Τούρκος εστιάτορας στην Ελβετία υποστήριξε ξανά και μέσω του συνηγόρου του Αχιλλέα Δασκαλάκη ότι είναι αθώος. Παρότι ο ξάδελφός του επωμίστηκε όλη την ευθύνη, το δικαστήριο έκρινε ότι και οι τρεις γνώριζαν. Αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου και έσπασαν τα ισόβια. Τα δύο ξαδέλφια καταδικάστηκαν σε κάθειρξη 15 ετών έκαστος και ο καπετάνιος σε φυλάκιση 7 ετών.

«Πίστευα ότι οι ελληνικές αρχές δεν θα ελέγξουν το σκάφος, καθώς στο Λαύριο, στη Νάξο και στην Αστυπάλαια δεν είχαμε πρόβλημα, παρά τις βλάβες», είχε αναφέρει στη γραπτή ομολογία του ο Ο.Κ. Αλλιώς, όπως υποστήριξε, θα μπορούσε να είχε πετάξει τις σακούλες στη θάλασσα.

Πήγη: https://www.kathimerini.gr/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *