Οι σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με την Τουρκία αποτελούσαν ανέκαθεν αντιπροσωπευτικό δείγμα άκρατης πολιτικής υποκρισίας. Ο Ερντογάν, με τις σουλτανικές αντιλήψεις και πρακτικές του, ανέδειξε το μέγεθος αυτής της πραγματικότητας και με το είδος της συμμαχίας του με τον Πούτιν απέδειξε ότι δεν λειτουργεί στο πλαίσιο των δεσμεύσεων της χώρας του ως μέλος του ΝΑΤΟ και ως στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ.

Γράφει ο ΠΑΝΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ για το HELLAS JOURNAL

Φαίνεται ότι στην Ουάσινγκτον μερικοί εξακολουθούν να έχουν κάποιες ψευδαισθήσεις ότι, παρ’ όλα αυτά, μπορούν να κρατήσουν την Τουρκία «δεμένη στο άρμα της Δύσης».

Η συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών των δύο χωρών την περασμένη Τρίτη απέδειξε ξανά ότι η Άγκυρα κινείται προς διαφορετική κατεύθυνση. Όχι μόνο δεν εξυπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή, αλλά αποτελεί απειλή.

Ο Τσαβούσογλου εμφανίστηκε θρασύς απέναντι στον Αμερικανό ομόλογό του Πομπέο για την αγορά των ρωσικών πυραύλων S-400, για τους Αμερικανούς υπηκόους που είναι φυλακισμένοι στην Τουρκία, για τους Κούρδους της Συρίας και για τον Γκιουλέν.

Στα θέματα που δεν υπάρχει ακόμα ξεκάθαρη εικόνα είναι αυτά που αφορούν την Κύπρο. Δηλαδή, αν οι ΗΠΑ σταθούν με αποφασιστικότητα και με ποιους τρόπους απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Επίσης, αν τελικά θα αναθεωρήσουν ριζικά την πολιτική τους για τους αγωγούς προς την Ευρώπη μέσω του τουρκικού εδάφους, υιοθετώντας τη θέση ότι για λόγους στρατηγικής ασφάλειας, η Τουρκία δεν θα συμπεριλαμβάνεται πλέον στους ενεργειακούς σχεδιασμούς που υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ.

Στην περίπτωση που υπάρξει μια τέτοια σημαντική εξέλιξη, την οποία φαίνεται να ευνοεί το Ισραήλ (σ.σ. σύμφωνα με την ισραηλινή εφημερίδα «Τάιμς», σε μερικούς μήνες ξεκινούν οι εργασίες για την κατασκευή του αγωγού EastMed που θα συνδέει τα αποθέματα του φυσικού αερίου του Ισραήλ με Κύπρο, Ελλάδα και Ιταλία), και αλλάξει άρδην το σκηνικό στις αμερικανο-τουρκικές σχέσεις, τότε για πρώτη φορά από το 1974 δεν αποκλείεται να διαμορφωθούν συνθήκες για διαφοροποίηση της αμερικανικής πολιτικής στο Κυπριακό.

Ενδεχομένως, λοιπόν, οι ΗΠΑ να στηρίξουν λύση που θα ενισχύει και δεν θα αποδυναμώνει την Κυπριακή Δημοκρατία, με ό,τι αυτό θα συνεπάγεται για την προσπάθεια απεξάρτησης της Κύπρου από την Τουρκία.

Αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα αρχίσει να διαφαίνεται στις επικείμενες διεργασίες για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων και για το περιεχόμενο της λύσης.

Αλλά, ακόμα κι αν δημιουργηθεί μια τέτοια προοπτική για επανεξέταση της αμερικανικής προσέγγισης στο Κυπριακό, δεν θα είναι αρκετή για ουσιαστική ανατροπή.

Την ίδια στιγμή, η Λευκωσία και η Αθήνα χρειάζεται να είναι ξεκάθαρες και διεκδικητικές στις θέσεις τους, στη βάση εθνικής συγκροτημένης στρατηγικής.

Λαμβάνοντας όμως υπόψη τη σημερινή άθλια εικόνα και την πολυδιάσπαση που επικρατεί στο εσωτερικό μέτωπο της Κύπρου, καθώς και την έλλειψη εθνικής συνεννόησης στην Ελλάδα, με ένα «ακέφαλο» Υπουργείο Εξωτερικών σε μια περίοδο σημαντικών γεωπολιτικών αναταράξεων, τα όποια «δώρα» θα μπορούσε να προσφέρει η Ιστορία (μέσα από τη σύγκρουση συμφερόντων) είναι πολύ πιθανόν να μείνουν αναξιοποίητα και να χαθούν μαζί με τη μόνιμη πια ανεπάρκεια και αβάστακτη ελαφρότητα των ηγεσιών του Ελληνισμού.

ΠΗΓΗ: HELLAS JOURNAL