Την απόλυτη ικανοποίηση του για την «πολύ καθαρή απάντηση» που έδωσε ο Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς, σχετικά με τους ανιστόρητους τουρκικούς ισχυρισμούς για τα ελληνικά νησιά, εξέφρασε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση μετά το πέρας της συνάντησης που είχαν στο Μέγαρο Μαξίμου , ο Γερμανός καγκελάριος δήλωσε συγκεκριμένα: «Δεν υπάρχει περίπτωση μέλη της Συμμαχίας να αμφισβητούν ευθέως κυριαρχίες άλλων μελών».

Επίσης, ο κ. πρωθυπουργός τόνισε ότι η θέση της Ελλάδας είναι πλέον αναβαθμισμένη διεθνώς και πρωταγωνιστεί στη διαμόρφωση κοινών ευρωπαικών πολιτικών.

Ακολουθούν οι ακριβείς δηλώσεις του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη:

«Αγαπητέ Καγκελάριε της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, φίλε Olaf,

Η Αθήνα σε υποδέχεται σε ένα κλίμα που δεν θυμίζει σε τίποτα τη συννεφιασμένη Ελλάδα των μνημονίων. Θα έλεγα σε μια ατμόσφαιρα ακόμα καλύτερη από εκείνη της περσινής επίσκεψης της προκατόχου σας, της κας Merkel. Της τελευταίας με την παλιά της ιδιότητα που επίσης είχε γίνει πριν ακριβώς από ένα χρόνο, ίδιες μέρες.

Γιατί χάρη στις προσπάθειες πρωτίστως των Ελλήνων πολιτών αλλά και της Πολιτείας, σχεδόν όλα είναι πολύ διαφορετικά. Στην οικονομία, στην κοινωνία, στη διεθνή θέση της χώρας. H Ελλάδα σήμερα είναι, επιτέλους, εκτός ευρωπαϊκής εποπτείας με 11 θετικές αξιολογήσεις τα τελευταία τρία χρόνια. Εμφανίζει έναν από τους πιο δυναμικούς ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρώπη. Περιορίζοντας την ανεργία και προσβλέποντας σε πρωτογενές πλεόνασμα το 2023.

Ταυτόχρονα, έχει εκτινάξει επενδύσεις και εξαγωγές. Κι όλα αυτά, ενώ μειώνει το δημόσιο χρέος, το οποίο φέτος θα πέσει στο 170% του ΑΕΠ. Κάτι που αποδεικνύει ότι η οικονομική πρόοδος μπορεί να συμβαδίζει με τη δημοσιονομική ισορροπία.

Σημειώνω, τέλος, ότι η συνολική αυτή αναβάθμιση συντελείται την ώρα που η πατρίδα μου παράλληλα αμύνεται. Τόσο απέναντι στην ενεργειακή ακρίβεια από τον πόλεμο στην Ουκρανία, όσο και στις εθνικές προκλήσεις που γεννάει η επιθετική συμπεριφορά των γειτόνων της.

Στο πρώτο μέτωπο, με ένα ευρύ πρόγραμμα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, κόντρα στις διεθνείς ανατιμήσεις. Στο δεύτερο μέτωπο, θωρακίζοντας την άμυνα και διευρύνοντας τις συμμαχίες της.

Για την αξιοπιστία που κατέκτησε η χώρα μας, άλλωστε, είμαστε υπερήφανοι όλοι οι Έλληνες. Είναι αυτή που αποδεικνύει, ότι η Ελλάδα σέβεται και αξιοποιεί παραγωγικά την ευρωπαϊκή αρωγή, όπως το πρόγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF). Και όσο πιο αποτελεσματικά την αξιοποιεί, τόσο πιο πειστικά μπορεί στη συνέχεια να διεκδικήσει και νέους πόρους.

Είναι χαρά μου, λοιπόν, κύριε Καγκελάριε, που συνεργαζόμαστε από νέες θέσεις, για τους κοινούς στόχους της ηπείρου μας. Μακριά από ρόλους ισχυρού και αδύναμου ή πιστωτή και δανειζόμενου – ρόλοι του παρελθόντος.

Με την πατρίδα μου τώρα, να μην ζητά, απλά παθητικά, όπως έκανε εδώ και πολλά χρόνια. Αλλά να συζητά ισότιμα, δημιουργικά. Συμβάλλοντας, στη διάρκεια της πανδημίας, στο Ευρωπαϊκό Ψηφιακό Διαβατήριο, αλλά και στη συγκρότηση του Ταμείου Ανάκαμψης.

Και πρωταγωνιστώντας, τώρα, για μία ενιαία κοινοτική πολιτική στην Ενέργεια. Για την Ευρωπαϊκή Στρατηγική Αυτονομία. Αλλά και για την περαιτέρω εμβάθυνση της Δημοκρατίας στα κράτη-μέλη που πολιορκούνται ξανά από το λαϊκισμό και τη δημαγωγία.

Ζούμε, πράγματι, σε μια καινούργια εποχή. Με νέα στοιχήματα. Όμως είμαστε οπλισμένοι με πολύτιμες εμπειρίες. Ήδη η Ευρώπη -με τη Γερμανία σε έναν κομβικό ρόλο- συντονίζει τα βήματά της, ώστε να απαντήσει στις αρνητικές συνέπειες από τη ρωσική πολιτική στο φυσικό αέριο.

Και δεν θα μπορούσε, νομίζω, να υπάρξει καλύτερη απάντηση από αυτήν που είχε δώσει ο Willy Brandt όταν αναγορεύτηκε σε Επίτιμο Διδάκτορα στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, το 1975. Τα λόγια του αντηχούν επίκαιρα όσο ποτέ.

Έλεγε τότε ο Willy Brandt, μετά την πετρελαϊκή κρίση του ’73: «Μερικοί νομίζουν ότι μπορούσαν να λύσουν μόνοι τα προβλήματα. Κάτι που διδάσκει με σαφήνεια ότι η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, όλο το έργο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, πρέπει να είναι σε θέση να επιζήσει, ακόμα και εν μέσω καταιγίδας».

Και κατέληγε με το συμπέρασμα ότι «έχει απόλυτη προτεραιότητα η ανάπτυξη μιας κοινής ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής».

Και προσυπογράφω κάθε λέξη αυτής της πολύτιμης παρακαταθήκης του μεγάλου Γερμανού και Ευρωπαίου ηγέτη. Και κανείς, πιστεύω, ότι δεν θα αμφισβητήσει την επίκαιρη ισχύ τους.

Όσο για τις διμερείς μας σχέσεις, αγαπητέ φίλε Olaf, μιλούν καλύτερα από όλα οι αυξημένες εμπορικές μας συναλλαγές. Η Γερμανία είναι από τους πρώτους επενδυτές στην πατρίδα μου. Είναι μια από τις κυριότερες αγορές για ελληνικά αγροτικά προϊόντα. Είναι μια από τις σημαντικότερες αγορές για τον ελληνικό τουρισμό.

Ενώ και στο πεδίο της ‘Αμυνας, πρόσφατα εγκαινιάσαμε μια νέα μορφή κυκλικής ανταλλαγής, που εκσυγχρονίζει τον εξοπλισμό των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, στηρίζοντας ταυτόχρονα και την Ουκρανία.

Και βέβαια, να τονίσω τη συμμετοχή γερμανικών εταιρειών σε μεγάλα έργα. Ελλάδα και Γερμανία πρωτοστατούν στην πράσινη μετάβαση. Η Αστυπάλαια, για παράδειγμα, γίνεται από κοινού με σημαντική Γερμανική εταιρία, την Volkswagen, ένα νησί – πρότυπο της νέας εποχής. Αποτελεί ένα μόνο παράδειγμα του εύρους των συνεργασιών που μπορούν να δρομολογηθούν στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Όσο για τα κενά μεταξύ μας, υπάρχουν για να γεφυρώνονται. Για αυτό και δεν θα κρύψω ότι για την Αθήνα παραμένει ανοιχτό το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων. Ειδικά του Κατοχικού Δανείου. Η ρύθμισή του θα ήταν αμοιβαία επωφελής. Σε μια συγκυρία, μάλιστα, που η Ελληνογερμανική σύμπλευση απέναντι στις προκλήσεις των καιρών είναι ακλόνητη.

Με κορυφαία, ασφαλώς, τη Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία όπου διαπιστώσαμε για ακόμη μια φορά ότι οι απόψεις μας είναι ταυτόσημες. Το έχουμε συζητήσει πολλές φορές στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο: η Ευρώπη δεν μπορεί να ανεχτεί, ύστερα από 80 χρόνια, έναν νέο πόλεμο στην καρδιά της. Ούτε να επιτρέψει την επανάληψη ενός τετελεσμένου εισβολής και κατοχής, όπως αυτό που, δυστυχώς, ακόμα αιμορραγεί στην Κύπρο.

Το Διεθνές Δίκαιο και το απαραβίαστο των συνόρων πρέπει, συνεπώς, να αποκατασταθούν. Και η υπόθεση της Ουκρανίας να αναδειχθεί ως μία εθνική υπόθεση όλων των κρατών του πολιτισμένου κόσμου. Αλλά και ως μία συλλογική υποχρέωση απέναντι στις αξίες μας.

Για να συμβούν, ωστόσο, όλα αυτά, η Ευρωπαϊκή αντίδραση πρέπει να είναι διπλή: από τη μία πλευρά πρέπει να εντείνουμε τη συμπαράστασή μας προς τον αμυνόμενο και από την άλλη πρέπει -και το συζητήσαμε αυτό εκτενώς με τον κ. Καγκελάριο- να ακυρώσουμε τον σχεδιασμό της Μόσχας που αποζητά αστάθεια στις δυτικές κοινωνίες με μοχλό την ενεργειακή ακρίβεια και συγκεκριμένα τις τιμές του φυσικού αερίου.

Πώς; Θέτοντας όρια στις αγορές όταν αυτές αυτονομούνται. Και προστατεύοντας τους πολίτες από άδικα βάρη. Και νομίζω ότι έχουμε κάνει πολύ σημαντική πρόοδο στις συζητήσεις μας για μία κοινή Ευρωπαϊκή απάντηση σε κάτι το οποίο αποτελεί κοινή ευρωπαϊκή πρόκληση.

Τέλος, συζητήσαμε και τα θέματα που αφορούν τη γειτονιά μας, την ανατολική Μεσόγειο. Και επανέλαβα στον κ. Καγκελάριο αυτό που έχω πει πολλές φορές: ότι είναι πραγματικά κρίμα, ο κ. Erdogan να μην βλέπει ότι βαδίζει σε ένα αδιέξοδο, όταν δηλητηριάζει το λαό του με ψέματα κατά της Ελλάδος.

Γιατί οι γείτονές μας και όλοι οι εταίροι μας γνωρίζουν ότι τα Ελληνικά νησιά δεν απειλούν κανέναν. Όλοι γνωρίζουν ότι οι διεθνείς Συμβάσεις δεν αλλάζουν με αυθαίρετες ερμηνείες. Ούτε η Ιστορία με ψευδαισθήσεις, ούτε η γεωγραφία με παραχαραγμένους χάρτες.

Οι θέσεις μας είναι σαφείς. Στο μεταναστευτικό, η Ελλάδα φρουρεί και θα φρουρεί τα Εθνικά και Ευρωπαϊκά σύνορα. Αποκρούοντας τις εισβολές των δουλεμπόρων, σώζοντας κάθε μέρα ζωές στο Αιγαίο, προστατεύοντας τους κατατρεγμένους.

Και βέβαια, η θέση μας απέναντι στις απειλές, είναι και αυτή πολύ σαφής: αντιτάσσουμε στην προκλητικότητα τη διεθνή νομιμότητα. Το Διεθνές Δίκαιο, το Δίκαιο της Θάλασσας. Το μόνο εργαλείο το οποίο έχουμε στη διάθεσή μας για να λύσουμε τη διαφορά μας με την Τουρκία που δεν είναι άλλη από την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο.

Και είναι ζητήματα που επίσης συζητήσαμε, σε συνάρτηση και με αυτό το έγγραφο που κυκλοφορεί ως δήθεν «Τουρκολιβυκό Σύμφωνο». Και βέβαια, ενημέρωσα τον κ. Καγκελάριο για την ετοιμότητα της Ελλάδος να συμμετέχει πάντα και στη «Διαδικασία του Βερολίνου». Θέλουμε να έχουμε άποψη και λόγο για τις εξελίξεις στη Λιβύη.

Θέλω να κλείσω με μία ευχή. Η ευχή είναι, έστω και καθυστερημένα, οι γείτονές μας να επιλέξουν το δρόμο της αποκλιμάκωσης. Της νομιμότητας, της ειρηνικής συνύπαρξης. Χωρίς ρητορικές εξάρσεις, αλλά με δημιουργικές πράξεις.

Από πλευράς μου θα με βρουν πάντα έτοιμο να τείνω χείρα φιλίας. Δεν έχουμε περιθώρια για άλλες αχρείαστες εστίες έντασης. Έχουμε υποχρέωση να λύνουμε τις διαφορές μας ειρηνικά. Αυτό θέλουν οι λαοί μας. Αυτό θέλει ο ελληνικός, αυτό θέλει ο τουρκικός λαός, αυτό θέλει όλη η Ευρώπη. Σίγουρα αυτό θέλει η Αθήνα.

Αξιότιμε Καγκελάριε, ολοκληρώνοντας τις επαφές μας ειλικρινά νιώθω πολύ πιο αισιόδοξος. Νομίζω ότι το ίδιο μπορούν να αισθάνονται και όλοι οι Έλληνες και όλοι οι Γερμανοί.

Κάνουμε πολλά μαζί. Μπορούμε να κάνουμε πολλά περισσότερα. Με κατανόηση, με σεβασμό, με αλληλεγγύη, με τολμηρές κινήσεις συνεργασίας, γιατί όπως λέει και μία γερμανική παροιμία: «μοιρασμένη λύπη είναι μισή λύπη. Μοιρασμένη χαρά, είναι διπλή χαρά».

«Geteiltes Leid ist halbes Leid. Geteilte Freude ist doppelte Freude».

Και πάλι, καλώς ήρθατε στην Αθήνα, κ. Καγκελάριε».

Σολτς: Έφθασα σε μια νέα Ελλάδα με δυναμική ανάπτυξη

Τη μεγάλη του χαρά που βρίσκεται στην Αθήνα εξέφρασε ο Γερμανός καγκελάριος ,Όλαφ Σόλτς, ξεκινώντας τις κοινές δηλώσεις του με τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, στο Μέγαρο Μαξίμου. Είπε ότι οι δυο χώρες συνδέονται με μακρά πολυκύμαντη ιστορία, «κάτι που διαπιστώνουμε και από την αυριανή ημέρα του ΟΧΙ» τονίζοντας ότι «σήμερα είμαστε στην ΕΕ και ΝΑΤΟ, ενώ η φιλία μας αποτυπώνεται με εντυπωσιακό τρόπο κάθε καλοκαίρι».

Χαρακτήρισε «εξαιρετική στιγμή» την πρωινή του ξενάγηση στην Ακρόπολη λέγοντας ότι συμβολίζει «την κοινή ευρωπαϊκή μας ιστορία και είναι από τα πιο ουσιαστικά μνημεία της Ευρώπης».

Ο κ.Σόλτς είπε έφτασε σε μια νέα Ελλάδα με εξαιρετικές οικονομικές συνθήκες και χαρακτήρισε «απτή» την δυναμική της ανάπτυξης της οικονομίας.

Τόνισε ότι συζητήθηκαν κυρίως τρία ζητήματα.Πρώτον η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία την οποία χαρακτήρισε «αίτια για όλες δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε» και εκτίμησε ότι είναι στο χέρι της Ρωσίας να τερματίσει τον πόλεμο, ενώ δήλωσε ευγνώμων «που μπορούμε από κοινού να εφοδιάσουμε την Ουκρανία με αμυντικό εξοπλισμό»

Το δεύτερο θέμα ήταν η επιπτώσεις από την κρίση στην Ουκρανία. Είπε ότι οι τιμές πρέπει να πέσουνε και σημείωσε ότι στην ΕΕ «συμφωνήσαμε ότι μόνο με αλληλεγγύη μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε.»

Σημείωσε ότι η ΕΕ έλαβε απόφαση για να υπάρξουν κοινές πλατφόρμες και αποφάσεις που θα οδηγήσουν σε μείωση τιμών και αύξηση της αγοραστικής αξίας των μισθών, «και να συμβάλλουμε ώστε με τις αποφάσεις που θα λάβουμε θα μα οδηγήσει να μην υπάρχει σπεκουλάρισμα τιμές», προσθέτοντας: «Πρέπει να επεκτείνουμε τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, αυτές χρειαζόμαστε αυτή είναι η βάση για την Ευρώπη. Η Ελλάδα έχει εξαιρετική προγράμματα για ΑΠΕ. Χρειαζόμαστε φυσικό αέριο αλλά χρειαζόμαστε και ΑΠΕ για περαιτέρω μείωση τιμών στην ενέργεια» .

Ανέφερε επίσης ότι συζητήθηκαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τα κονδύλια που θα έχουμε στη διάθεση μας και θα δώσουν δυνατότητα για επενδύσεις στο μέλλον καθώς και ο στόχος απεξάρτησης από εισαγωγή ενέργειας από Ρωσία.

Για την Ανατολική Μεσόγειος, είπε ότι πρόκειται για μια περιοχή γεμάτη δυνατότητες ιδίως στο οικονομικό επίπεδο και είναι προς το συμφέρον όλων των χωρών να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες για το καλό των λαών τους. » Αποκόμισα σήμερα την εντύπωση ότι η Ελλάδα είναι απολύτως έτοιμη και πρέπει να το στηρίξουμε. Οι σχέσεις Ελλάδας Τουρκίας είναι σημαντικές και για την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ. Είμαι σίγουρος ότι όλα τα θέματα μπορούν να λυθούν στη βάση του διαλόγου και του διεθνούς δικαίου» υπογράμμισε.

Τέλος είπε ότι συζητήθηκε το θέμα της ευρωπαϊκής προοπτικής της Ουκρανίας και της Γεωργίας καθώς και των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων. «Δεσμευόμαστε να προωθήσουμε την ενταξιακή πορεία αυτών των χωρών» είπε ο κ.Σόλτς.

Απαντήσεις-Ερωτήσεις

Κληθείς να απαντήσει σε ερώτηση για τις προκλήσεις της Τουρκίας κατά της Ελλάδας, ο κ.Σόλτς είπε ότι είναι προς το συμφέρον όλων μας η καλή γειτονία, και παρέπεμψε στα όσα είπε ο Έλληνας πρωθυπουργός λέγοντας ότι «είπε επίσης ξεκάθαρα τη θέση του επ αυτού».

Σε ερώτηση για την τοποθέτηση της γερμανίδας υπουργού εξωτερικών υπέρ της Ελλάδας στο θέμα της τουρκικής αμφισβήτησης των ελληνικών νησιών, είπε ότι «δεν υπάρχει περίπτωση κράτη μέλη της Συμμαχίας να αμφισβητούν εθνικές κυριαρχίεΕπίσης για το εάν η Γερμανία έχει πρόβλημα με την τοποθέτηση των τεθωρακισμένων Marder στα σύνορα με την Τουρκία, είπε ότι «για τα τεθωρακισμένα δεν ρωτάμε τι κάνει η Ελλάδα με αυτά. Θέμα της Ελλάδας είναι που θα τα τοποθετήσει». Ερωτώμενος για τις γερμανικές επανορθώσεις και εάν το θέμα αυτό είναι ανοιχτό, ανέφερε ότι «θα στηρίξουμε τα καθήκοντα που έχουμε να επιλύσουμε από κοινού».

Σχετικά με την ενεργειακή κρίση και την εξεύρεση λύσης τιμής φυσικού αερίου, δήλωσε , «πιστεύω ότι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας, και αφορά κυρίως τους υπουργούς Ενέργειας, που προσπαθούν να περιορίσουν τις αιχμές των τιμών». Προσέθεσε ακόμη ότι «πέρα από το τι μπορούμε να πετύχουμε από κοινού, πρέπει να αντιμετωπίσουμε το θέμα του σπεκουλαρίσματος των τιμών και πολλοί εμπειρογνώμονες πρέπει να ασχοληθούν με αυτό, αλλά είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει σε μια νύχτα».

Επίσης ο Γερμανός καγκελάριος χαρακτήρισε την Ελλάδα «πρότυπο με τις εγκαταστάσεις αποθηκών υγροποιημένου αερίου και πρέπει» , είπε » να τα κάνουμε αυτά και στην Ευρώπη» σημειώνοντας ότι «η Γερμανία αποφάσισε την κατασκευή τερματικών για εισαγωγή υγροποιημένου αερίου. Θέλουμε να έχουμε επαφή με τις δυτικές χώρες γιατί η Γερμανία είναι υπεύθυνη και για την εφοδιασμό κι άλλων χωρών. Πήραμε αποφάσεις να μειώσουμε την παραγωγή ενέργειας από διάφορες άλλες πηγές.Αυτό που κάναμε είναι να ξαναχρησιμοποιήσουμε εργοστάσια παραγωγής ενέργειας και είμαστε σε θέση να παράγουμε ηλεκτρικό ρεύμα, και μπορούμε να βοηθήσουμε κι άλλες χώρες. Το ίδιο συμβαίνει με τις εγκαταστάσεις αποθηκών τις οποίες θα κατασκευάσουμε σε τέσσερα σημεία στη Γερμανία».

Τέλος, ερωτώμενος για την συμμετοχή των Κινέζων της Cosco στο λιμάνι του Πειραιά, ο κ.Σόλτς απάντησε πως όταν πρόκειται για τη σχέση μας με την Κίνα πρέπει να φροντίζουμε να υπάρχει διαφοροποίηση στις διεθνείς μας σχέσεις και να διασφαλίσουμε ώστε να μην υπάρχει μονομερής εξάρτηση.

«Αυτό είναι το δίδαγμα που εξάγουμε και από τις σχέσεις μας με τη Ρωσία. Στην Ευρώπη παίρνονται αποφάσεις που συμβάλλουν ώστε να μας δίνουν μεγαλύτερες δυνατότητες στην αλυσίδα προμήθειας. Οργανώνουμε τις εξαγωγές μας ώστε να υπάρχουν όλο και περισσότερες αγορές και να μην συγκεντρώνονται σε μια χώρα οι επενδύσεις μας. Πάντα ήταν σωστό αυτό. Όσοι δεν σκέφτηκαν έτσι τώρα κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση. Για το λιμάνι, πρόκειται για μια εταιρεία μέσα σε ένα μεγάλο λιμάνι με ένα ποσοστό 24,5% που είναι σωστό, μαζί με άλλες εταιρείες που δραστηριοποιούνται. Πρέπει να μην υπάρχουν εξαρτώμενες υποδομές».