Μια από τις θρυλικότερες μορφές της Επανάστασης του 1821, υπήρξε ο Γεώργιος Καραισκάκης. Αρχικά υπήρξε Αρματολός και στην συνέχεια αρχιστράτηγος της Ρούμελης (Στερεά Ελλάδα) και ένας εκ των κορυφαίων στρατηγών του Αγώνα. Πέρασε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια, αλλά δεν το ξέχασε ποτέ αυτό, λέγοντας χαρακτηριστικά συχνά ως ενήλικος: «Όποιος γίνεται αφέντης χωρίς να γίνει δούλος, είναι μπάσταρδος αφέντης κι αλίμονο στο δούλο».

Του Βασίλη Χλέτσου (Πλώτινου)

Τα ηρωικά κατορθώματα των αγωνιστών του ‘21  είναι γνωστά.  Αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι το  ότι  βωμολοχούσαν και έβριζαν. Οι βωμολοχίες αυτές μόνο σε λίγες περιπτώσεις καταγράφτηκαν κι έφτασαν ως εμάς. Η ευπρέπεια που υποβάλλει ο γραπτός λόγος, καθώς και η επιδίωξη λόγιου λόγου που επέλεξαν οι περισσότεροι από τους αγωνιστές όταν αργότερα, μετά τον Αγώνα, έγραφαν τα απομνημονεύματα τους, δεν επέτρεψαν να γνωρίζουμε πολλά για το θέμα αυτό.

Πρωταθλητής όλων ήταν  ο Γεώργιος Καραισκάκης του οποίου  ασύγκριτη και παροιμιώδης ήταν η  αθυροστομία του. Γενικά ήταν αυτό που θα λέγαμε πολύ μεγάλος «χωρατατζής».  Οι συχνοί αστεϊσμοί του ήταν το καλύτερο αγχολυτικό στις μάχες και χαλάρωναν πάντα τους συντρόφους του.  Ο Καραϊσκάκης ήταν εντελώς αγράμματος. Την υπογραφή του έμαθε να τη βάζει μόλις το 1825. Κι αυτή την έβαζε ανορθόγραφα: «Καραησκάκης».

Ο αυτοσαρκασμός του δεν είχε όριο και στρεφόταν συχνά γύρω από το θέμα της ασθένειάς του και τις θέρμες οι οποίες τον καθήλωναν συνεχώς στο κρεβάτι («είμαι ζαμπούνης» έλεγε και ξανάλεγε).  Ο Καραϊσκάκης  όταν οργιζόταν  έβριζε σκληρά όχι μόνο στρατιώτες, αλλά και οπλαρχηγούς και στρατηγούς ακόμα. Οι ηπιότερες από τις βρισιές του ήταν «σαπιοκοιλιά» και «παλιογελάδα». Αλλά αυτό δεν το έκανε από μοχθηρία. Έπειτα από λίγο μετάνιωνε και με δάκρυα στα μάτια απευθυνόταν στους αγανακτισμένους στρατιώτες του λέγοντας:  « Τι θυμώνετε, ωρέ! Κι εγώ είμαι ο γιος της καλογριάς. Eμένα η μάνα μου έφαγε σαράντα χιλιάδες ψωλές ώσπου να με γεννήσει».

Τη διάσημη προσφώνηση «γιος της καλογριάς» (η οποία διακρινόταν κι εκείνη «δια την τολμηρότητα και δια την γλώσσαν της» σύμφωνα με τον Αινιάν), την χρησιμοποιούσαν λιγότερο οι άλλοι και περισσότερο ο ίδιος για να υποβαθμίσει σκόπιμα τον εαυτό του μπροστά στους συνομιλητές του (η μεγαλομανία σίγουρα δεν ανήκε στα γνωρίσματα του χαρακτήρα του) ενώ η ευθεία απόρριψη του προτύπου της οικογένειας που ο ίδιος ποτέ δεν ένιωσε, προεκτείνεται και στην οικογένεια που δημιούργησε. Ακόμα και η  γυναίκα  του η Γκόλφω, δεν γλύτωνε από  τη γλώσσα του. Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, η γυναίκα του είχε εγκατασταθεί στον Κάλαμο και αργότερα στα Επτάνησα όσο ο ίδιος βρισκόταν ή κυνηγημένος ή στον πόλεμο. Όταν την επισκέφθηκε, κάποια από τα παλικάρια της συνοδείας του ρίχτηκαν στις ψυχοκόρες της κι εκείνη του διαμαρτυρήθηκε,  οπότε για να την «καθησυχάσει» ο αθυρόστομος άνδρας της, της είπε: «Έγνοια σου μωρή, έχω και για σένα μπούτζον, μη μου χολιάζεις!».

Όταν αργότερα έμαθε πως η γυναίκα του τον είχε απατήσει, αποφάσισε να τη χωρίσει και να παντρευτεί την όμορφη κόρη του μεγαλοτσιφλικά των Αγράφων Τσολάκογλου, το υποστατικό του οποίου είχε ρημάξει όταν ήταν κλέφτης. Σύντομα όμως έχασε το ενδιαφέρον του και, αφού πέταξε την εικόνα της στα πόδια των στρατιωτών του, φώναξε: «Όποιος την πρωτοπάρει να την έχει! Να την χέσω την πουτάνα!».

Σε ένα μικρό απόσπασμα από την δίκη του Καραϊσκάκη, η οποία έγινε την Πρωταπριλιά του 1824, μετά από συκοφαντία του Μαυροκορδάτου αρκετοί κόντεψαν να λιποθυμήσουν κατά τη διάρκεια της δίκης, ιδού γιατί: Εμφανίστηκε, αναφέρει  ο Κασομούλης, αντί του Βουλπιώτη, μάρτυρας  ο έπαρχος κύριος Γιάγκος Σούτζιος (φαναριώτης, φίλος του Μαυροκορδάτου) και τα είπεν:

-Εγώ, μωρέ, λέγει ο Καραϊσκάκης, σε τα είπα εσένα;

-Μάλιστα, λέγει ο Σούτζιος…

Καραϊσκάκης: Αν βάλετε θεμέλιο εις τα λόγια μου, εκατό ζωές να έχω δεν γλυτώνω, πλην ποτέ έργο δεν έκαμα.

Κριτής (Γαλάνης Μεγαπάνου): Βρε, ηξεύρομεν Καραϊσκάκη όπου λέγεις όλο λόγια. Μα διατί να τα λέγης έτζι; (πρόστυχα).

Καραϊσκάκης: Το έχω χούι, κυρ Πάνο.

Κριτής: Μα γιατί να το έχεις αυτό το χούι, ενώ είσαι πενήντα χρονών;

Καραϊσκάκης: Αμ δεν ημπορώ να το κόψω τώρα, κυρ Πάνο. Και συ, κυρ Πάνο, είσαι ογδόντα χρονών, μα το χούι δεν τ’ αφήνεις να γαμάς!!!

Λέγοντας αυτό ο Καραϊσκάκης μες στο ναό-δικαστήριο, «εκτύπησαν τα γέλια όλοι και πήγαν και πολλοί να λιποθυμήσουν, καθώς κι εγώ ο ίδιος», γράφει ο Κασομούλης.

Ο έλεγχος των στρατιωτών ήταν από τις μεγαλύτερες δυσκολίες των οπλαρχηγών, οι οποίοι έπρεπε να επινοούν ποικίλες μεθόδους, για να επιβάλλουν τάξη. Το 27 η Συνέλευση της Τροιζήνας όρισε, εν αναμονή του Καποδίστρια, τριμελή διοικητική επιτροπή, ένα Νησιώτη, ένα Μωραΐτη και ένα Ρουμελιώτη, το Γ. Νάκο. Οι Ρουμελιώτες πίστεψαν πως εκπρόσωπός τους ορίστηκε ο Νάκος, για να τον έχουν οι άλλοι του χεριού τους, ώστε να μπει ευκολότερα σε εφαρμογή το σχέδιο της Αγγλίας. Ελευθερία στο Μοριά με αντάλλαγμα την υποταγή της Ρούμελης στο Σουλτάνο. Πράγματι, το μοναδικό προσόν του Νάκου ήταν η όμορφη γυναίκα του, που, όπως ήταν κοινό μυστικό, είχε εραστή τον κόντε Μεταξά. Μόλις οι Ρουμελιώτες μαθαίνουν την εκλογή του Νάκου, γίνονται έξαλλοι, απειλούν να παρατήσουν τον πόλεμο. Μάταια ο Καραϊσκάκης προσπαθεί να τους μεταπείσει. Τελικά, όπως μας πληροφορεί ο Δ. Δημητρακάκης, τους λέει: «Ας τελειώνουμε εδώ τη δουλειά μας και τότε να ιδώ πού θα μ’ πάη ου κερατάς (ο Νάκος). Και στου μουνί της πουτάνας της γυναίκας του να κρυφτή, θα βάλω τον μπούτζον του Μεταξά να τον ξετρυπώσ’!». Αυτό ήταν! Το στράτευμα τραντάχτηκε από τα γέλια και συνέχισε την εκστρατεία.

Μια μέρα που η ασθένειά του είχε υποτροπιάσει (έπασχε από καλπάζουσα φυματίωση) δέχτηκε την επίσκεψη ενός καινούριου γιατρού που ήθελε να τον εξετάσει. Για να τον δοκιμάσει, ο Καραϊσκάκης έκρυψε κάτω από τα σκεπάσματα έναν από τους άνδρες του. Ο γιατρός έπιασε το χέρι του παλικαριού αντί για το δικό του και του είπε: «Στρατηγέ, οι δυνάμεις σου έχουν πέσει πολύ». Αφού τίναξε τα σκεπάσματα και ο γιατρός κατάλαβε έκπληκτος πως είχε εξετάσει χέρι αλλουνού, απάντησε στο γιατρό: «Ο μπούτζος μου έπεσε μωρέ όχι οι δυνάμεις μου»!!!

Στο Κομπότι της Άρτας, στον πόλεμο που στις 8 Ιουνίου του 1821, ο Καραϊσκάκης αφού νίκησε τους Τούρκους και τους πήρε στο κυνήγι, ανέβηκε σε μια πέτρα και τους έβριζε δυνατά.  Και για να τους προσβάλει χειρότερα και να δώσει θάρρος στους δικούς του σήκωσε τη φουστανέλα του και έβγαλε το βρακί του και τους έδειξε τον πισινό του!!!

Τότε ένας Αρβανίτης Γκέκας, κρυμμένος κάπου στα κλαδιά, τον τουφέκισε και τον λάβωσε στους δυο μηρούς από κάτω και σ’ ένα άλλο μέρος…

Περίφημη έχει μείνει η απάντηση του στον Μαχμούτ Πασά, διοικητή της  της Σκόδρας (Νότια Αλβανία) που εκστράτευσε από την Οχρίδα με 20.000 επίλεκτους αρβανίτες στην κεντρική Ελλάδα το 1823 για να καταπνίξει τους ενόπλους των Αγράφων και όλης της Δυτικής Ελλάδας και μετά να κατέβει ανενόχλητος στο επαναστατημένο Μεσολόγγι.

Προτού μιλήσει με τα όπλα, ο διαλλακτικός Πασάς έστειλε επιστολή στους καπετάνιους του Ασπροποτάμου με την οποία ζητούσε να συνθηκολογήσουν για να αποφευχθεί η αιματοχυσία. Ο Καραϊσκάκης κοινοποίησε στους άλλους καπετάνιους την επιστολή του «κερατά του σαλεπιτζή» και φρόντισε να στείλει μόνος του μια μνημειώδη λακωνική απάντηση, εντελώς αταίριαστη με το συντηρητικό ύφος της επιστολής του μουσουλμάνου: «Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω. Κι εγώ πασά μου ρώτησα τον μπ..ύτζον μου τον ίδιον, κι αυτός μου αποκρίθηκε να μη σε προσκυνήσω, κι αν έλθεις καταπάνω μου, ευθύς να πολεμήσω».

Στην εκστρατεία του Πειραιά ένας στρατιωτικός φιλέλληνας ήθελε να κατασκευάσει χαρακώματα με ευρωπαϊκά σχέδια. Περνώντας ο Καραϊσκάκης στάθηκε περίεργος να δει τα έργα. Φαίνεται τα έβρισκε πολύ ρηχά. Ήξερε αυτός τα κλειστά ή τυφλά (αδιέξοδα) ταμπούρια των ατάχτων, που και να ‘θελε να φύγει ο δειλός, δεν θα μπορούσε.

-Γιατί τα ‘καμες έτσι; ρώτησε ο Καραϊσκάκης δήθεν αθώα.

-Αυτό το μέρος είναι το «πρανές», αυτό είναι το «προπέτασμα», εκεί είναι η «βάσις»… Έτσι μας διδάσκουν εμάς τα βιβλία μας, Στρατηγέ.

-Όλα καλά, ωρέ παιδί μου, είπε ο Καραϊσκάκης, μα πού είναι οι κώλοι!!! Κι έδειξε τον πισινό του. Ο Ευρωπαίος απόρησε.

-Πού είναι οι κώλοι  ωρέ παιδί μου, που θα καθίσουνε στα χαρακώματά σου, και θα τα βαστάξουν; Τέτοια σχέδια όσα θέλεις κάνω κι εγώ!

Ένα διάσημο ξέσπασμα του Καραϊσκάκη για τον Μαυροκορδάτο και τους άλλους πολιτικούς, που το καταγράφει ο Κασομούλης χωρίς να το ωραιοποιήσει ή να το συμμορφώσει γλωσσικά:

«Ποια Κυβέρνησις, καπιτάν Νότη; Το τζιογλάνι του Ρεΐζ εφέντη, ο τεσσερομάτης; Εγώ και άλλοι δεν τον γνωρίζομεν! Ή σύναξεν δέκα ανόητους, και τον υπέγραψαν δια τας ιδιοτελείας των; Ιδού ποιοί τον υπέγραψαν. Πρώτον εσύ, οπού όλα τα πράματα θέλεις να έρχονται με το ζουρνά. Ο Σκαλτσάς, όπου δεν είναι άλλο παρά καμπάνα μπαγκ-μπαγκ. Ο Μακρής ο μακρολαίμης, ο κρεμασμένος, οπού μόνον το κεφάλι ηξεύρει να ταράζει, ο Μήτζιος Κοντογιάννης, η πουτάνα, όπου αν ήτον γυναίκα δεν εχόρταινεν με 80.000 φορές την ώραν, ο ξυνόγαλο-Γιώργος Τζιόγκας οπού στραβώνει τα χείλια με το τζιμπούκι και δεν ηξεύρει τι του γίνεται, και ο αδελφός μου ο Στορνάρης, ο ψεύτης. Δεν τον υπέγραψεν ο μπούτζος μου, και να ιδώ την εκστρατείαν σας!»

Ο Βλαχογιάννης αναφέρει, εν είδει ιστορικού ανεκδότου, πως δεν είχε διστάσει να προσβάλλει τον «πρωθυπουργό» Κουντουριώτη για την τραγελαφική εκστρατεία εναντίον του Ιμπραήμ που κατέληξε στην οικτρή ήττα των Ελλήνων στο Κρεμμύδι το 1825: «Ώρε Κουντουριώτη, άκουγα και νόμιζα θα είναι γεμάτο μυαλό το κεφάλι σου. Εσύ όμως έχεις τόσο μυαλό όσο εγώ έχω σπόρο στα αρχίδια μου»!!!

Σχετικά με την στιγμή του θανατηφόρου τραυματισμού του Καραισκάκη στη μάχη του Φαλήρου,  ο Κύπριος αγωνιστής Ιωάννη Σταυριανού, ο οποίος  πολέμησε  δίπλα στον Καραϊσκάκη (Διαβεβαιώνει, ότι ο αρχιστράτηγος της Ρούμελης δολοφονήθηκε από ελληνικό χέρι και ότι ο ίδιος υπήρξε αυτόπτης μάρτυς του γεγονότος. Ο Σταυριανός δεν είναι ο μόνος ούτε ο πρώτος που αναφέρει ότι ο Καραϊσκάκης δολοφονήθηκε. Όμως είναι ο μόνος και ο πρώτος, που το αναφέρει σαν πραγματικό γεγονός και όχι σαν αόριστη φημολογία), αναφέρει:

Ο Καραΐσκος άμα διέταξε τον υπασπιστήν του να καταδιώξει τους δύο ιππείς, έστρεψεν οπίσω απομακρυνθείς της μάνδρας ικανόν διάστημα. Τότες είδομεν στρατόν και ευθύς ο πυροβολητής ανεμείχθη εις τον στρατόν. Αυτός ήτο ο επικατάρατος δολοφόνος του Καραΐσκου. Οι οφθαλμοί του συντρόφου μου εν ριπή διέτρεξαν τον δολοφόνον και τον αρχηγόν.

– Φρικτόν με λέγει εχάθημεν.

– Πως πως τον απαντώ.

– Είδες το όπλον όπου έπεσεν πλησίον του Καραΐσκου; Εκείνος όπου έφευγεν τον εβάρεσεν!
– Τον είδα του είπον και στρέφω τους οφθαλμούς μου.
Είδα τον Καραΐσκον κρατώντα τον δύο εκ δεξιών και δύο εξ’ αριστερών, και τον μετέφερον εις το στρατοπεδαρχείον. Ο Καραΐσκος άμα κτυπηθείς είπεν: Κλάστε μου τώρα τον μπούτζον.

Τούτο το ήκουσαν πολλοί, εκ τούτων ίσως ουδείς υπάρχει. Εν ακαρεί δε διεδόθη ότι ο Καραΐσκος εδολοφονήθη συνεργία του Κίτζιου Τζαβέλα και Λάμπρου Βεΐκου, αλλά το διέψευσαν αμέσως δια να μην διχασθεί ο στρατός και δημοσίευσαν, ότι ο Γαρδικιώτης τον εσυνόδευσεν και πολύ επροσπάθησεν να μάθει περί της δολοφονίας και ότι ο Καραΐσκος ομολόγησεν ότι Τούρκος τις, τον οποίον δεν επρόσεξεν τον εκτύπησεν. Περί του υπαρκτού της δολοφονίας του Καραΐσκου τον ερώτησαν να τους ειπεί εμπιστευτικώς πόθεν εβαρέθη, ο Καραΐσκος τους απήντησεν ότι αν ζήσει γνωρίζει ποίος τον εκτύπησεν, ειδεμή ας του κλάσουν τον μπούτζον…

Ο ήρωας μεταφέρθηκε στο στρατόπεδό του στο Κερατσίνι και αφού μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων, υπαγόρευσε τη διαθήκη του που ιδιόχειρα υπέγραψε. Η τελευταία κουβέντα που είπε στον συμπολεμιστή του Στρατηγό Μακρυγιάννη, όταν ο τελευταίος πήγε να τον επισκεφτεί, ήταν: «Εγώ πεθαίνω. Όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα».

Την επομένη στις 23 Απριλίου 1827 ο αρχιστράτηγος Γεώργιος Καραϊσκάκης υπέκυψε στο θανατηφόρο τραύμα του μέσα στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου στο Κερατσίνι, ανήμερα της γιορτής του. Η σωρός του μεταφέρθηκε στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στη Σαλαμίνα, σύμφωνα με την επιθυμία του, όπου ετάφη και θρηνήθηκε από το πανελλήνιο. Αναφέρεται πως όταν ο Κολοκοτρώνης έμαθε τον θάνατο του Καραϊσκάκη «κάθισε σταυροπόδι» και μοιρολογούσε σαν γυναίκα.

Πηγή: ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ