Με αφορμή την πρόσφατη συμμετοχή της 335 Μοίρας της Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ) στην ισραηλινή άσκηση «Blue Flag», ανατρέχουμε στην ταχύτατη διαδικασία εκσυγχρονισμού των ισραηλινών πιλότων, η οποία έλαβε χώρα όχι μόνο εν όψει της παραλαβής των πρώτων μαχητικών αεροσκαφών F-35 Lightning II, αλλά και με βασικό κίνητρο τη βιομηχανική συνεργασία και την αμοιβαία (με την Ιταλία εν προκειμένω) κάλυψη κρίσιμων επιχειρησιακών αναγκών. Η απόφαση του Ισραήλ για την επιλογή του ιταλικού εκπαιδευτικού Μ-346 (30 μονάδες), ανακοινώθηκε στις 6 Φεβρουαρίου του 2012.

Μεγάλοι χαμένοι του σχετικού διαγωνισμού ήταν η Boeing, με μία έκδοση του T-45 Goshawk, και η νοτιοκορεάτικη ΚΑΙ (Korean Aerospace Industries), με το T/Α-50 Golden Eagle. Η απαίτηση εκσυγχρονισμού του εκπαιδευτικού συστήματος της Ισραηλινής Αεροπορίας επισπεύθηκε, θα πρέπει να τονίσουμε, από την ανάγκη άμεσης αντικατάστασης του στόλου των Α-4Ν/TA-4J Skyhawk, ο οποίος είχε υποστεί εκσυγχρονισμό, αρχής γενομένης από το 2000, περίοδο κατά την οποία η RADA Electronic Industries είχε αναλάβει να εξοπλίσει 50 περίπου αεροσκάφη των προαναφερόμενων εκδόσεων με νέο σύστημα άφεσης οπλισμού και ναυτιλίας και νέο HUD (Head-Up Display).

Στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας και ενώ δεν ήταν στα άμεσα σχέδια της Ισραηλινής Αεροπορίας η αντικατάσταση των ΑΤ-4 Skyhawk, ένα οικονομικό σκάνδαλο, που σημειώθηκε σε πρόγραμμα προμήθειας ανταλλακτικών, ήταν η αφορμή για την εκκίνηση του προγράμματος προμήθειας νέου εκπαιδευτικού αεροσκάφους βασικού και προχωρημένου-επιχειρησιακού σταδίου. Οι παραδόσεις των 30 Μ-346, που πήρε το όνομα Lavi σε ισραηλινή υπηρεσία, ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 2014 για να ολοκληρωθούν δύο χρόνια αργότερα. Στο χρονικό διάστημα των δύο αυτών ετών «στήθηκε», στην αεροπορική βάση Hatzerim, ολόκληρη η υποδομή για την εκπαίδευση των ισραηλινών πιλότων στο έδαφος.

Η υποδομή GBTS (Ground Based Training System) είναι αναπόσπαστο στοιχείο κάθε εκπαιδευτικής διαδικασίας πιλότων και περιλαμβάνει δύο πλήρεις εξομοιωτές αποστολής και ισάριθμους εξομοιωτές πτήσης. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι το σύνολο των εξομοιωτών που προαναφέραμε, αναπτύχθηκε και κατασκευάστηκε από την Elbit Systems, σε συνεργασία με τις Selex ES και CAE. Οι δύο εξομοιωτές πτήσης του M-346 Lavi είναι διασυνδεδεμένοι μεταξύ τους, παρέχοντας τη δυνατότητα ρεαλιστικής εκπαίδευσης σε συνεργατικές αποστολές αέρος-αέρος και αέρος-εδάφους, αλλά και σε σενάρια ένας εναντίον ενός στην εναέρια μάχη. Επιπρόσθετα και οι δύο εξομοιωτές είναι διασυνδεδεμένοι με το δίκτυο εξομοιωτών όλων των τύπων μαχητικών αεροσκαφών της Ισραηλινής Αεροπορίας, το Skybraker.

Διαβάζοντας τις πληροφορίες αυτές, το πρώτο πράγμα που θα σκεφτεί κανείς είναι ότι πολύ απλά όταν υπάρχουν χρήματα, κάθε πρόγραμμα εξελίσσεται με ταχύτατους ρυθμούς και με πολύ καλά αποτελέσματα. Και αυτό είναι αλήθεια, η οποία όμως δεν ισχύει πάντα. Τουλάχιστον από την εμπειρία μας και τη γνώση μας σχετικά με πολλά προγράμματα της δικής μας ΠΑ, μπορούμε να πούμε, με σχετική βεβαιότητα, ότι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου έχουν επενδυθεί πολλά εκατομμύρια δολάρια, με φτωχά ή και καθόλου αποτελέσματα.

Το πρόγραμμα του M-346 Lavi είναι ένα αντιπροσωπευτικότατο παράδειγμα του πώς μπορούν να καλυφθούν ζωτικές επιχειρησιακές ανάγκες, μέσα από την πλήρη αξιοποίηση του εγχώριου επιστημονικού ανθρώπινου δυναμικού και την βιομηχανική συνεργασία. Τι εννοούμε; Όταν υπογράφηκε η συμφωνία, ύψους $ 1 δισεκατομμυρίου για την προμήθεια των 30 M-346 Lavi, υπογράφηκε και μία δεύτερη, ύψους $ 750 εκατομμυρίων, μεταξύ της ιταλικής κυβέρνησης και της ΙΑΙ (Israel Aerospace Industries), η οποία προέβλεπε την παράδοση δύο αεροσκαφών εναέριας έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου, με παράλληλη δυνατότητα ELINT (Electronic Intelligence), τύπου G550 CAEW (Conformal Airborne Early Warning) στην Ιταλία. Επίσης, υπογράφηκε και συμφωνία συνεργασίας για την κατασκευή του δορυφόρου OPTSAT-3000 μεταξύ των ΙΑΙ και Finmeccanica (πλέον Leonardo).

Aπαντώντας λοιπόν και στο ερώτημα που τέθηκε πριν από μερικές ημέρες μέσα από τις σελίδες αυτής της ιστοσελίδας, έχουμε να πούμε το εξής: Η ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας του Ισραήλ, ξεκίνησε σχεδόν παράλληλα με αυτή της ελληνικής (τη δεκαετία του 1970). Δεν λέμε ότι θα μπορούσαμε να φτάσουμε σε αυτό το επίπεδο γιατί αυτό δεν είναι δυνατόν, τουλάχιστον σε σύντομο χρονικό διάστημα, για πολλούς λόγους, που είναι εκτός του αντικειμένου αυτής της ανάρτησης. Αυτό που λέμε όμως, και είμαστε βέβαιοι πώς ισχύει, είναι ότι θα μπορούσαμε να έχουμε επιτύχει το 1/10 αυτών που έχει να επιτύχει η αμυντική βιομηχανία του Ισραήλ.