Σύμφωνα με δημοσίευμα της αμυντικής ιστοσελίδας «Tactical Report», η Αίγυπτος θέλει να αποκτήσει τέσσερα υποβρύχια κλάσης «Barracuda» (συμβατικής πρόωσης) από την Γαλλία, αλλά οι συζητήσεις δεν έχουν καταλήξει ακόμα λόγω της απαίτησης της Αιγύπτου για περισσότερα παραγωγικά/εξαγωγικά δικαιώματα και δικαιώματα εξαγωγής των υποβρυχίων. Το πρόγραμμα αναμένεται να κοστίσει μεταξύ € 4,5 και € 6 δισεκατομμύρια, ενώ τα νέα υποβρύχια θα αντικαταστήσουν τα κινεζικής προέλευσης υποβρύχια κλάσης «Romeo». Σύμφωνα με το δημοσίευμα το πρώτο υποβρύχιο θα πρέπει να ενταχθεί σε υπηρεσία το διάστημα 2032-2035. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Αίγυπτος δεν επέλεξε να συνεχίσει το πρόγραμμα ναυπήγησης των γερμανικών υποβρυχίων Type-209.1400mod, αλλά επέλεξε γαλλικά.
Η Αίγυπτος έχει εντάξει σε υπηρεσία τέσσερα Type-209.1400mod, εκ των οποίων δύο εντάχθηκαν σε υπηρεσία το 2017, ένα το 2020 και ένα το 2021. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Αίγυπτος δεν θέλει μόνο να συναρμολογήσει τα υποβρύχια σε κάποιο ναυπηγείο της χώρας, αλλά θέλει μια συμφωνία που να της δίνει δικαιώματα κατασκευής του κύτους, ολοκλήρωσης συστημάτων και μακροχρόνιας υποστήριξης. Αυτή η απαίτηση όμως σημαίνει πολυπλοκότητα, επειδή η κατασκευή υποβρυχίων περιλαμβάνει αυστηρά ελεγχόμενες διαδικασίες και ευαίσθητα συστήματα που δεν μεταβιβάζονται εύκολα και πλήρως σε τρίτη χώρα. Έτσι, σημαντικό μέρος των διαπραγματεύσεων έχει επικεντρωθεί στον καθορισμό και την κατανομή ευθυνών μεταξύ της γαλλικής και της αιγυπτιακής βιομηχανίας και στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα μιας τέτοιας ρύθμισης.
Ένα δεύτερο σημαντικό σημείο που συζητείται είναι το αίτημα της Αιγύπτου να αποκτήσει δικαιώματα εξαγωγής για τα τοπικά παραγόμενα παράγωγα του «Barracuda», κάτι που θα επέτρεπε στο Κάιρο να προσφέρει προσαρμοσμένες εκδόσεις σε τρίτες χώρες στο μέλλον. Για τη Γαλλία όμως, αυτό εγείρει ερωτήματα σχετικά με τον βιομηχανικό κίνδυνο, την προστασία των ευαίσθητων τεχνολογιών και τη μακροπρόθεσμη εποπτεία των προτύπων παραγωγής. Η χορήγηση δικαιωμάτων εξαγωγής θα απαιτούσε σαφείς περιορισμούς ως προς το ποιες παραλλαγές θα μπορούσαν να πωληθούν, ποια συστήματα θα παρέμεναν περιορισμένα και πώς η Γαλλία θα διατηρούσε την τελική εποπτεία των εξαγωγών. Μέχρι σήμερα, αυτά τα ερωτήματα παραμένουν άλυτα.










