Την προηγούμενη εβδομάδα υπήρξε μια αναφορά σε εγχώρια και διεθνή μέσα ότι η Ελλάδα ενδιαφέρεται να αποκτήσει το ινδικής ανάπτυξης και κατασκευής αντιαεροπορικό σύστημα μέσου βεληνεκούς Akash NG. Η σύσφηξη των σχέσεων Ελλάδας-Ινδίας το τελευταίο διάστημα μαζί και με την επίσημη επίσκεψη του έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ινδία την περασμένη εβδομάδα δημιούργησε ειδήσεις για την πιαθανότητα αποκτήσης οπλικών συστημάτων ινδικής προέλευσης. Σύστηματα όπως το τροχοφόρο τεθωρακισμένο όχημα WhAP 8×8 για τον Στρατό Ξηράς, το ελαφρύ μαχητικό Tejas Mk2 για τη Πολεμική Αεροπορία και μόλις την τελευταία εβδομάδα το αντιαεροπορικό σύστημα μέσου βεληνεκούς Akash NG. Η Ινδία είναι μια τεράστια χώρα και σημαντική στρατιωτική δύναμη η οποία τα τελευταία χρόνια προσπαθεί σιγά σιγά να απεξαρτηθεί όσον αφορά την στρατιωτική τεχνολογία από το εξωτερικό.
Η σύσφιξη των οικονομικών και εμπορικών σχέσεων με αυτή τη χώρα είναι πολύ σημαντικό τόσο για την ελληνική οικονομία όσο και την ασφάλεια και σίγουρα υπάρχουν αξιόλογα συστήματα χαμηλού κόστους τα οποία θα μπορούσαν να καλύψουν τις ανάγκες και τα κενά στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις. Όμως θεωρούμε ότι όπως το Tejas Mk2 έτσι και το Akash NG είναι μια δύσκολη επιλογή. Βέβαια οι έλληνες επιτελείς γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα τις ανάγκες και τις τυχόν δυσκολίες ενσωμάτωσης ενός αντιαεροπορικού συστήματος εκτός νατοϊκών πρωτοκόλλων στο ελληνικό δίκτυο αεράμυνας. Παρ’ όλ’ αυτά το Akash NG είναι πραγματικά ένα ενδιαφέρον σύστημα που ανέπτυξε ο γνωστός Οργανισμός Έρευνας και Ανάπτυξης Άμυνας (DRDO) σε συνεργασία με τις Bharat Dynamics Ltd και Bharat electronics Ltd.
Το Akash NG είναι η εξέλιξη του υπάρχοντος συστήματος μικρού-μέσου βεληνεκούς Akash που αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1980 και μπήκε σε υπηρεσία μόλις το 2007, για την αντικατάσταση του σοβιετικής εποχής αντιαεροπορικού συστήματος SA-6 Gainful. Το σύστημα αυτό αποτελείται από ένα ραντάρ τεχνολογίας PESA (Rajendra) ένα κέντρο διεύθυνσης πυρός και τέσσερις μονάδες εκτόξευσης που φέρουν τρεις πυραύλους έτοιμους για εκτόξευση. Το βεληνεκές του συστήματος είναι 30 χιλιόμετρα και η οροφή 18 χιλιόμετρα. Το ραντάρ του συστήματος έχει δυνατότητα να αποκαλύψει στόχους στα 80 χιλιόμετρα να παρακολουθήσει 64 στόχους και να καθοδηγήσει μέχρι 12 πυραύλους Akash εναντίων ισάριθμων στόχων.
Το 2016 λίγα χρόνια μετά την ένταξη σε υπηρεσία του Akash ξεκίνησε η ανάπτυξη μιας νεώτερης και ικανότερης έκδοσης η οποία ολοκλήρωσε με επιτυχία τις δοκιμές αποδοχής μέσα στο 2025 ανοίγοντας τον δρόμο για εισαγωγή σε υπηρεσία με τις ινδικές ένοπλες δυνάμεις. Οι δοκιμές περιλάμβαναν βολές εναντίων στόχων σε χαμηλά και μεγάλα υψόμετρα και μεγάλες αποστάσεις. Σύμφωνα με τον κατασκευαστή το Akash-NG θα είναι πιο ανθεκτικό σε επιθέσεις κορεσμού και θα έχει ταχύτερο χρόνο αντίδρασης σε σύγκριση με τον προκάτοχό του. Το σύστυμα Akash-NG αποτελείται από ένα σύγχρονο ραντάρ τεχνολογίας AESA, το κέντρο διευθυνσης πυρός, το σύστημα παθητικής αναγνώρισης και στοχοποίησης και τους εκτοξευτές.
Το ραντάρ τεχνολογίας AESA είναι ένα σύγχρονο πολυλειτουργικό ραντάρ και έχει δυνατότητα αποκάλυψης στόχων μέχρι τα 120 χιλιόμετρα σε τόξο 360 μοιρών και 20-70 μοίρες σε ανύψωση. Να παρακολουθήσει 100 εξ αυτών και να κατευθύνει 10 πύραυλους ταυτόχρονα ενατνίων τους. Τα σύστημα μπορεί να είναι πλήρως λειτουργικό μέσα σε 20 λεπτά από κατάσταση κίνησης και να εκτοξεύσει τον πρώτο πύραυλο σε 10 δευτερόλεπτα από τη στιγμή που ο στόχος λοκαριστεί και δοθεί η εντολή. Επίσης έχει τη δυνατότητα εκτέλεσης βολής salvo για την αντιμετώπιση καταστάσεων κορεσμού.
Το παθητικό σύστημα παρακολούθησης και στοχοποίησης είναι ένα ηλεκτροπτικό σύστημα (EOTS) με δυνατότητα αποκάλυψης στόχων μέχρι τα 45 χιλιόμετρα. Η παθητική λειτουργία που προσφέρει στο σύστημα είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε περιβάλλον έντονου ηλεκτρονικού πόλεμου και εναντίων στόχων με χαμηλό RCS. Παρ’ ολ΄αυτά το ίδιο το σύστημα διαθέτει δυνατότητες ECCM και ενσωματωμένη ανθεκτικότητα έναντι παρεμβολών και εχθρικών περιβαλλόντων ηλεκτρονικού πολέμου.


Οι εκτοξευτές (τρέιλερ) μεταφέρονται από φορτηγά υψηλής ευκινησίας όπου το καθένα διαθέτει έξι εγκιβωτισμένους πύραυλους νέας γενιάς. Σε σύγκριση με την παλαιότερη έκδοση οι νέοι εκτοξευτές φέρουν διπλάσιου πύραλυλους έτοιμους για εκτόξευση ενώ η μεταφορά τους εντός κάνιστρου βελτιώνει τις συνθήκες φύλαξης των πυραύλων και επεκτίνει τη διάρκεια ζωής τους. Ο χρόνος πλήρους επαναγέμισης ενός εκτοξευτή είναι στα 10 λεπτά. Ο νέος πύραυλος του συστήματος είναι ελαφρύτερος 350 κιλά ένταντι 720 κιλών του αρχικού μια μείωση που επετεύχθει από την υιοθέτηση νέου κινητήρα. Ο Akash NG διαθέτει πυραυλοκινητήρα διπλού παλμού στερεού καυσίμου με αποτέλεσμα τον υπερδιπλασιασμό της εμβέλειας στα 70 χιλιόμετρα και 20+ χιλιόμετρα υψόμετρο καθώς και τη δυνατότητα αντιμετώπισης μικρών γρήγορων και ευέλικτων στόχων.
Η ταχύτητα του είναι στα 2,5 μαχ. Ο πύραυλος διαθέτει δύο σετ τεσσάρων τριγωνικών πτερυγίων. Τα ουραία πτερύγια είναι κινούμενα για την κατεύθυνση του πυραύλου ενώ τα άλλα είναι σταθερά και βοηθούν στην άντωση. Το βλήμα χρησιμοποιεί αδρανειακή καθοδήγηση για την ενδιάμεση πτήση προς τον στόχο που ανανεώνει τα στοιχεία από το ραντάρ μέσω μιας ζεύξης διπλής κατεύθυνηση και ενεργό ερευνητή μπάντας Ku για την τερματική φάση της αναχαίτησης. Με τον τρόπο αυτόν, το βλήμα θεωρείται fire and forget από τη στιγμή που δεν χρειάζεται συνεχή καταύγαση στόχου από αντίστοιχο ραντάρ του πλοίου φορέα. Η γόμωση είναι υψηλής θραυσματοποίησης με πυροκροτητή προσέγγισης. Τα θραύσματα επιτυγχάνουν ταχύτητα 1.500 m/s, αρκετή για να νικήσουν παχιές πλάκες θωράκισης σε σημαντική απόσταση και να καταστρέψουν αεροσκάφη, σύμφωνα με αξιωματούχους του DRDO.

Εν κατακελίδι, το Akash-NG αντιπροσωπεύει ένα άλμα γενιάς για την ινδική αεράμυνα. Ο συνδυασμός αυξημένου βεληνεκούς, προηγμένης καθοδήγησης, υψηλής κινητικότητας και εγχώριας τεχνολογίας το καθιστά ένα από τα πλέον αξιόλογα συστήματα SAM της κατηγορίας του διεθνώς. Το σύστημα αν και έχει περάσει όλες τις αξιολογήσεις δεν έχει μπει ακόμη σε υπηρεσία με τις ινδικές ένοπλες δυνάμεις. Επίσης, αν και είναι ένα αξιόλογο σύστημα, θεωρούμε ότι η επιλογή του από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις θα ήταν μια δύσκολη υπόθεση πρωτίστως για πολιτικούς λόγους. Πρώτον γιατί είναι άγνωστο κατά πόσο το σύστημα μπορεί να συνεργάζεται με τα νατοϊκά πρώτυπα και δεύτερον γιατί όπως έχει εξαγγελθεί πολλάκις τα τελευταία χρόνια βρισκόμαστε στα τελευταία στάδια ενίσχυσης της ελληνικής αντιαεροπορικής άμυνας με την υιοθέτηση ισραηλινών συστηματών που θα αποτελέσουν μέρος του ελληνικόυ «Θόλου».










