Σε εξέλιξη με την ιταλική πλευρά βρίσκονται οι διαπραγματεύσεις για την απόκτηση των δύο ιταλικών φρεγατών της κλάσης Bergamini για το Πολεμικό Ναυτικό. Στόχος της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας είναι η προμήθεια αρχικώς δυο (με δικαίωμα προαίρεση επιπλέον δυο) ιταλικών FREMM της κλάσης Bergamini. Στόχος του Πολεμικού Ναυτικού είναι η υπογραφή επίσημης συμφωνίας εντός του πρώτων μηνών του 2026. Στο σημείο αυτό οφείλουμε να επισημάνουμε πως δεν έχει οριστικοποιηθεί εάν η προμήθεια των ιταλικών φρεγατών της κλάσης Bergamini γίνει μέσω διακρατικής συμφωνίας (Government to Government) ή εναλλακτικά από τη κατασκευάστρια εταιρεία (Fincantieri) προς το Πολεμικό Ναυτικό, δηλαδή ως μια εμπορική συμφωνία.

Επιπροσθέτως, η άγνωστη μεταβλητή της εξίσωσης των ιταλικών FREMM για το Πολεμικό Ναυτικό παραμένει το πρόγραμμα φρεγατών του Ναυτικού της Πορτογαλίας. Και τούτο διότι εάν το Πορτογαλικό Ναυτικό επιλέξει την ιταλική σχεδίαση των FREMM EVO και επιδιώξει την απόκτηση πλοίων τα οποία ήδη ναυπηγούνται για λογαριασμό του Ιταλικού Ναυτικού, είναι πολύ πιθανό να υπάρξει χρονική καθυστέρηση στην αποδέσμευση των ιταλικών FREMM (Bergamini) για το Πολεμικό Ναυτικό της χώρας μας αφού οι Ιταλοί θα τις διατηρήσουν για κάποια χρόνια σε υπηρεσία έως ότου ναυπηγήσουν νέες FREMM EVO για το Ναυτικό τους.

Αυτό το σενάριο είναι ανοικτό και παραμένει μια δυσμενής εξέλιξη για το ελληνικό ναυτικό. Με λίγα λόγια ενδέχεται να επαναληφθεί η ιστορία όπως μεταξύ της Naval Group και των FDI όπου το Πολεμικό Ναυτικό πήρε φρεγάτες των οποίων η ναυπήγηση είχε ξεκινήσει για λογαριασμού του Γαλλικού Ναυτικού. Η κατάσταση αναμένεται να ξεκαθαρίσει με τη τελική απόφαση των Πορτογάλων μέσα στο 2026.

 Από ελληνικής πλευράς καταβάλλονται προσπάθειες να «κλείσει» το ζήτημα της απόκτησης των ιταλικών φρεγατών και το Πολεμικό Ναυτικό να πετύχει μια ευνοϊκή συμφωνία διασφαλίζοντας τέσσερις μονάδες μεταξύ 2029 (οι πρώτες δυο) και μέσα της επόμενης δεκαετίας. Το κόστος για τις πρώτες δύο φρεγάτες κυμαίνεται μεταξύ 800 και 900 εκατομμυρίων ευρώ δίχως να περιλαμβάνεται ένα ευρύ πακέτο τροποποιήσεων (όπως η αύξηση του φόρτου των αντιαεροπορικών πυραύλων) σε επίπεδο οπλισμού και ηλεκτρονικών αλλά διασφαλίζοντας φόρτους πυρομαχικών, εκπαίδευσης και λοιπών αναγκαίων υπηρεσιών για την ένταξη των πλοίων σε ελληνική υπηρεσία. Ως εκ τούτων, το πιθανότερο και επικρατέστερο σενάριο είναι η απόκτηση των ιταλικών πλοίων σε κατάσταση «as is where is» στη διαμόρφωση με την οποία υπηρετούν με το Ιταλικό Ναυτικό δίχως πολλές προσθήκες προκειμένου να μην αυξηθεί το κόστος κτήσης.

Ενδεχόμενες προσθήκες όπλων και ηλεκτρονικών μελετώνται από πλευράς Γενικού Επιτελείου Ναυτικού όμως οι τελικές αποφάσεις θα ληφθούν με γνώμονα το κόστος. Για παράδειγμα μια βασική απαίτηση είναι η αντικατάσταση των αντιπλοϊκών πυραύλων ιταλικής προέλευσης TESEO με τους γαλλικούς EXOCET Block IIIC. Επιπλέον, ανοικτό παραμένει το κόστος για το αντιπυραυλικό σύστημα εγγύς άμυνας (CIWS) τύπου RAM.

Εδώ να τονιστεί ότι το κόστος των 480 εκατομμυρίων ευρώ που αρχικώς αναφέρθηκε (την Άνοιξη 2025) στην απόκτηση των δυο ιταλικών FREMM (Bergamini) δεν συνυπολογίζει επιπρόσθετες δαπάνες φόρτων πυρομαχικών (όπως οι πύραυλοι ASTER 30, οι πύραυλοι επιφανείας Exocet Block IIIC, οι ανθυποβρυχιακές τορπίλες, τα πυρομαχικά πυροβόλων κτλ). Επίσης, στα 480 εκατομμύρια ευρώ για τις δύο πρώτες φρεγάτες δεν υπολογίζεται η απαιτούμενμη δαπάνη σύμβασης τεχνικής υποστήριξης.