H διαρκής, πολυεπίπεδη και από κάθε πλευρά παρακολούθηση των κινήσεων των ρωσικών δυνάμεων στην Ουκρανία, είναι ο παράγοντας που κατά κύριο λόγο έχει επιτρέψει στις δυνάμεις της να συνεχίσουν τις επιχειρήσεις και να επιτύχουν σημαντικά πλήγματα εις βάρος της ρωσικής πολεμικής μηχανής. Πρόκειται για παράγοντα στο οποίο έχει αποδοθεί ελάχιστη σημασία από τα διεθνή και εγχώρια μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η επιχειρησιακή αξία της πληροφορίας δε, έχει υποβαθμιστεί (προφανώς σκόπιμα) και από πολλούς δυτικούς αναλυτές, προκειμένου να μην αναδειχθεί το μέγεθος της εμπλοκής των αμερικανικών κυρίως ενόπλων δυνάμεων στις επιχειρήσεις στην Ουκρανία. Και τούτο διότι σημασία δεν έχει μόνον να διαθέτουμε τα όπλα που μπορούν να χτυπήσουν στόχους σε μεγάλες αποστάσεις αλλά να έχουμε και τα μέσα που μπορούν να δώσουν εικόνα των στόχων σε μεγάλες αποστάσεις.

Πραγματικότητα είναι πλέον η παρουσία της Ελλάδας στο διάστημα με τους ελληνικούς μικροδορυφόρους που εκτοξεύθηκαν στις 28 Νοεμβρίου 2025 από το Space Launch Complex 4E(SLC-4E) στο Vandenberg Space Force Base της Καλιφόρνιας και βρίσκονται ήδη σε τροχιά γύρω από τη Γη. Πρόκειται για την υλοποίηση του «Εθνικού Προγράμματος Μικροδορυφόρων» από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, σε συνεργασία με το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας σε εφαρμογές του Προγράμματος, κάνοντας πράξη τη μετάβαση των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή. Στο πλαίσιο του Προγράμματος οι δύο επιχειρησιακοί δορυφόροι εξοπλισμένοι με ραντάρ «Synthetic Aperture Radar (SAR)», με την ονομασία ICEYE SAR-1 και SAR-2, παρέχουν ήδη δεδομένα για την Άμυνα και την Ασφάλεια της χώρας, στις Ένοπλες Δυνάμεις. Οι δορυφόροι SAR παρέχουν δεδομένα με διακριτική ικανότητα έως και 25 εκατοστά.

Συγκεκριμένα μπορούν να παρέχουν δεδομένα παρατήρησης της Γης (ημέρα και νύχτα) ακόμη και υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες (βροχή, χιονόπτωση, νέφωση κλπ). Τα στοιχεία αυτά μπορούν να υποστηρίξουν πολλαπλώς τις Ένοπλες Δυνάμεις, σε ζητήματα τόσο συνδρομής της Πολιτικής Προστασίας (κατάσβεση πυρκαγιών, αντιμετώπιση θεομηνιών – φυσικών καταστροφών) όσο και επιτήρησης του περιβάλλοντος, αλλά επίσης μπορούν να προσφέρουν ουσιώδεις πληροφορίες που αφορούν την Εθνική Άμυνα και Ασφάλεια. Υπενθυμίζεται ότι για το Πρόγραμμα είχαν πραγματοποιηθεί συσκέψεις στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, στις 3 Ιουλίου 2024 και στις 21 Οκτωβρίου 2024 στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας υπό τους Υπουργούς Εθνικής Άμυνας κ. Δένδια και Ψηφιακής Διακυβέρνησης κ. Παπαστεργίου, κατά τις οποίες συζητήθηκαν η αξιοποίησή του από τις Ένοπλες Δυνάμεις, καθώς και η συνεργασία του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης με το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛ.Κ.ΑΚ.).

Οι δορυφορικές απεικονίσεις παρέχουν μοναδική δυνατότητα επιτήρησης, εντοπισμού και εξαγωγής δεδομένων στόχου (στοχοποίησης), τόσο των εχθρικών εγκαταστάσεων όσο και των εχθρικών δυνάμεων και των κινήσεών τους. Συνοπτικά, τόσο στην ειρήνη όσο και σε περίοδο επιχειρήσεων, παρέχεται στις φίλιες δυνάμεις διαρκής ενημέρωση υψηλού επιπέδου ακρίβειας και πληρότητας. Μάλιστα, στην περίπτωση ανάπτυξης βαλλιστικών βλημάτων από μια χώρα, όπως στην περίπτωση της Τουρκίας, η δορυφορική επιτήρηση/παρακολούθηση σε μεγάλο βάθος, αποτελεί ίσως τη μοναδική λύση για έγκαιρο εντοπισμό και στοχοποίηση της θέσης των πυραύλων αυτών. Οι σύγχρονοι βαλλιστικοί πύραυλοι είναι συνήθως κινούμενοι ή διαθέτουν πολλαπλές σταθερές βάσεις εκτόξευσης. Για ευνόητους λόγους, ειδικά τον καιρό της ειρήνης, ο εντοπισμός και η στοχοποίηση των βάσεων αυτών, που συνήθως βρίσκονται πολλά χιλιόμετρα μακριά από τα σύνορα, στο εσωτερικό της χώρας, δεν μπορεί να εξασφαλιστεί από τα αεροσκάφη φωτοαναγνώρισης ή τις εναλλακτικές πλατφόρμες συλλογής πληροφοριών, όπως για παράδειγμα τα αερομεταφερόμενα συστήματα που διαθέτουν εξοπλισμό SAR (Synthetic Aperture Radar) ή ηλεκτροπτικές συλλογές. Αυτό ισχύει ειδικά για την Τουρκία λόγω της μεγάλης απόστασης (βάθους), που χωρίζει τις μικρασιατικές ακτές με το ανατολικό τμήμα της.

Η ιστορική ελληνογαλλική συνεργασία που έθεσε τις βάσεις για τη δορυφορική παρατήρηση

Τη μεγαλύτερη σημασία για την Ελλάδα και τις Ένοπλες Δυνάμεις της και συνεπώς και για την ελληνική αποτρεπτική ισχύ συνολικά, έχει το ότι μέσω του δορυφορικού δικτύου Helios που πλέον αποκτά σταδιακά πανευρωπαϊκό χαρακτήρα, η χώρα μας έχει εδώ και αρκετά χρόνια αποκτήσει πρόσβαση σε τέτοιες ζωτικής επιχειρησιακής αξίας, πληροφορίες. Η Ελλάδα μάλιστα ήταν και μεταξύ των πρώτων ευρωπαϊκών χωρών που συμμετείχαν στην τρίτη φάση της εξέλιξης του ευρωπαϊκού, στρατιωτικού, δορυφορικού δικτύου επιτήρησης/παρατήρησης Helios που πλέον μετεξελίσσεται στο MUSIS (Multinational Space-based Imaging System). To πρόγραμμα MUSIS αποτελεί συνδυασμό όλων των ευρωπαϊκών δορυφορικών προγραμμάτων στρατιωτικής επιτήρησης/παρατήρησης. Των Helios II, μέλη του οποίου είναι η Γαλλία, η Ισπανία, η Ελλάδα και το Βέλγιο, του SARah που αποτελεί διάδοχο του γερμανικού δικτύου δορυφόρων SAR-Lupe, του ιταλικού COSMO-SkyMed και του ισπανικού SEOsat-Ingenio. H Ελλάδα ήταν μεταξύ των κρατών που συμμετείχαν στο πρόγραμμα MUSIS από την ιδρυτική του διακήρυξη του 2006. Μαζί με τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Βέλγιο και την Ισπανία. Λίγο αργότερα, το 2010 (Δεκέμβριος), στο πρόγραμμα προσχώρησε και η Πολωνία, ενώ επίσημο ενδιαφέρον είχε εκδηλώσει και η Σουηδία.

Προς το παρόν η Γαλλία έχει αποφασίσει τον τερματισμό της λειτουργίας των δορυφόρων του δικτύου Helios λόγω ηλικίας, μετά την εκτόξευση και είσοδο σε τροχιά των πιό εξελιγμένων CSO-1 (Composante Spatial Optique) τον Δεκέμβριο του 2018 και CSO-2 τον Δεκέμβριο του 2020. Στο δίκτυο CSO στο οποίο θα προστεθεί και ένας τρίτος δορυφόρος, ο CSO-3, θα ενταχθούν και η Ισπανία μαζί με την Ελλάδα, ενώ ήδη έχει ενταχθεί η Σουηδία. Το γαλλικό δίκτυο CSO, στο οποίο συμμετέχουν επίσης η Γερμανία, η Ιταλία και το Βέλγιο, ενώ η Γαλλία έχει ήδη επενδύσει περισσότερα από 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ σε αυτό. Συνεπώς οι στόχοι της ενοποίησης του προγράμματος MUSIS δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί καθώς το δίκτυο CSO εξακολουθεί να συνεργάζεται με το γερμανικό SAR-Lupe για τη λήψη απεικονίσεων SAR (Synthetic Aperture Radar), μέχρι την αντικατάστασή του από το νεότερης γενιάς SARah. Η ίδια συνεργασία ισχύει και με το ιταλικό COSMO-SkyMed, ενώ ο ισπανικός SEOsat-Ingenio έχει απενεργοποιηθεί λόγω παλαιότητας.

Η προϊστορία

Το στρατιωτικό δορυφορικό δίκτυο Helios, το συνολικό κόστος του οποίου ξεπέρασε τα δύο δισ. ευρώ, δημιουργήθηκε μετά από απόφαση της γαλλικής κυβέρνησης το 1986. Αποτελείται από δύο δορυφόρους της πρώτη γενιάς Helios-Ι και δύο 2ης γενιάς, Helios -ΙΙ. Πρόκειται για το πρώτο στρατιωτικό, δορυφορικό δίκτυο επιτήρησης/παρατήρησης που αναπτύχθηκε στην Ευρώπη, χρηματοδοτούμενο από κοινού από τη Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία. Κύριος ανάδοχος για το σύστημα αλλά και για τον εξοπλισμό εδάφους και στις τρεις χώρες είναι η εταιρεία Astrium (Airbus Space σήμερα). Ο Helios IA εκτοξεύτηκε στις 7 Ιουλίου 1995, ενώ ο διάδοχός του Helios IB ακολούθησε στις 3 Δεκεμβρίου 1999.

Το σύστημα Helios I περιλαμβάνει το διαστημικό τμήμα με τους δύο δορυφόρους, το επίγειο τμήμα με το κύριο κέντρο ελέγχου του συστήματος, και, σε καθεμία από τις τρεις συμμετέχουσες χώρες, ένα κέντρο ελέγχου συστήματος και ένα κέντρο συλλογής δορυφορικών δεδομένων. Οι δορυφόροι Helios I αποτελούν σχεδίαση με ικανότητα πολλαπλών αποστολών, που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της στρατηγικής αυξημένης ομοιοτυπίας των συστημάτων Spot 4/Helios, με δυνατότητα μεταφοράς αποκλειστικά στρατιωτικού φορτίου. Το βάρος τους φτάνει τους 2,5 τόνους.

Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της επιχειρησιακής και στρατηγικής του αξίας, αρκεί να αναφερθεί ότι μέσω του προγράμματος Helios τέθηκε σε λειτουργία το μόνο εκτός ΗΠΑ και Ρωσίας πριν από 25 περίπου χρόνια, υψηλής διακριτικής ικανότητας δορυφορικό δίκτυο τηλεπισκόπισης. Επιτήρησης και παρακολούθησης για στρατιωτικούς σκοπούς για την ακρίβεια. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκου δορυφορικού δικτύου, που όπως θα αναλυθεί παρακάτω επεκτείνεται πολύ περισσότερο πλέον μέσω της συμμετοχής πολλών χωρών, είναι η ακρίβεια της περιστροφής και της θέσης των δορυφόρων του.

Αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ήταν που επέβαλλε την ανάπτυξη ενός εξαιρετικά πολύπλοκου συστήματος ελέγχου ύψους πτήσης και του αντίστοιχου λογισμικού. Από κοινού με τη Matra Systemès et Information, η Astrium ανέπτυξε έναν κινητό σταθμό συλλογής δορυφορικών δεδομένων, αποτελούμενο από ένα συγκρότημα κεραίας και έναν κλωβό.

To πρόγραμμα Helios μπήκε στη δεύτερη φάση του με την είσοδο σε τροχιά του δορυφόρου Helios IIA στα τέλη του 2004 (μεταφέρθηκε με πύραυλο – φορέα Ariane 5), από το κέντρο εκτοξεύσεων της ESA (European Space Agency) στο Κουρού της γαλλικής Γουιάνας, ενώ στις 18 Δεκεμβρίου 2009 εκτοξεύτηκε από το ίδιο κέντρο και με τον ίδιο φορέα, δεύτερος αναβαθμισμένος δορυφόρος, ο Helios ΙΙΒ.

Ο εξοπλισμός των αναβαθμισμένων δορυφόρων Helios II, περιλαμβάνει δύο συστήματα. Ένα μεσαίας διακριτικής ικανότητας, ευρέος οπτικού πεδίου, παρόμοιο με αυτό του Spot 5, και ένα πολύ υψηλής διακριτικής ικανότητας με δυνατότητα υπέρυθρης λειτουργίας. Το βάρος του Helios 2 είναι 4,2 τόνοι και περιλαμβάνει συστήματα προηγμένων ηλεκτροοπτικών, εξοπλισμό αποθήκευσης και εκπομπής απεικονίσεων, καθώς και συστήματα τηλεχειρισμού και τηλεμετρίας.

Η μεγαλύτερη διαφορά των δορυφόρων Helios Ι με τους Helios II, εντοπίζεται στην ύπαρξη δίαυλου υπέρυθρης παρατήρησης, που παρέχει δυνατότητα νυχτερινής λήψης απεικονίσεων. Επιπρόσθετα, οι Helios II παρέχουν υψηλότερη ανάλυση και ταχύτερη παραγωγή λεπτομερών χαρτών, για την ανάπτυξη υποδειγμάτων αναγλύφου, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για την καθοδήγηση του πυραύλου SCALP EG/SCALP Naval (MdcN).

Το σύνολο των σταθμών εδάφους που υποστηρίζουν τη λειτουργία του HELIOS απαρτίζονται από τα εξής:

– Τον γαλλικό κεντρικό σταθμό (CPHF) στο Creil, ο οποίος είναι ο κεντρικός σταθμός ελέγχου του δορυφόρου. Από εκεί ελέγχονται και προγραμματίζονται όλες οι λειτουργίες, ενώ καθορίζεται και το ημερήσιο «πρόγραμμα» του δορυφόρου σύμφωνα με τις απαιτήσεις των χρηστών.

– Τους σταθμούς ελέγχου (Helios control center) της κάθε χώρας-χρήστη που συμμετέχει στο πρόγραμμα, που κάνει τις ακριβώς τις ίδιες λειτουργίες με τον γαλλικό σταθμό, χωρίς όμως να έχει τη δυνατότητα προγραμματισμού απευθείας στο δορυφόρο.

– Τους σταθμούς τηλεμετρίας της κάθε χώρας χρήστη, για τη συλλογή των εικόνων. Ο εν λόγω σταθμός προγραμματίζεται από τον χρήστη για την κάλυψη των δικών του αναγκών. Ειδικότερα, ο σταθμός τηλεμετρίας λαμβάνει απευθείας κρυπτογραφημένα δεδομένα μέσω του ειδικού «κλειδίου» που διαθέτει κάθε χώρα-χρήστης και τα προωθεί για ανάλυση και επεξεργασία. Για τον σκοπό αυτό κατασκευάστηκε και λειτούργησε στην αεροπορική βάση της Τανάγρας ο Δορυφορικός Σταθμός Εδάφους (ΔΣΕ) που υπάγεται στο ΓΕΕΘΑ.