Ο κόσμος έχει εισέλθει σε μια νέα δεκαετία υποσχέσεων, ευκαιριών αλλά και απρόβλεπτων καταστάσεων. Κανείς από μας δεν είναι μέντιουμ για να προβλέψει το μέλλον. Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι η επόμενη χρονική περίοδος θα είναι ειρηνική με ευημερία, στερημένη από συγκρούσεις που καθόρισαν η δυσπιστία, ο σκεπτικισμός, και οι απειλές προς τον Ελληνισμό από τους συμμάχους μας Τούρκους, αρκεί να χαράξουμε μια ισχυρή αποτρεπτική στρατηγική. Αν και αυτή τη χρονιά, κλείνουμε αισίως τα 98 χρόνια από τη συνθήκη της Λοζάνης, η ιστορικά ριζωμένη σύγκρουση αρνείται να ταφεί.

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΑΪΛΑΣ, Υποναύαρχος (εα), Senior researcher of Strategy International και Member of Institute for National and International Security, για το LIBERAL

Η πρόοδος προς την επόμενη δεκαετία θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητά μας να αποφύγουμε τα λάθη του παρελθόντος, τόσο στην Κύπρο το 74, όσο στα Ίμια το 96, που έκαναν τη ζωή μας κόλαση. Για όσους έχουν το προνόμιο και τη βαρύτητα ευθύνης για τη διεξαγωγή της Πολιτικής Εθνικής Ασφαλείας στο μέλλον της Ελλάδος, η αποφυγή λαθών σημαίνει να κοιτάζουμε πίσω στο χρόνο και να αναγνωρίζουμε πότε η διαχείριση κρίσεων ήταν κακή και πότε έγιναν σφάλματα. Δεν υπάρχει καλύτερος χρόνος για την εκτέλεση αυτής της άσκησης παρά σε ένα νέο ημερολογιακό έτος. Έτσι, όπως μπαίνουμε και στη νέα δεκαετία, η Ελλάδα με την Τουρκία ελπίζουν σε μια νέα συμφωνία που θα μπορούσε να κλείσει τον αιώνα των συγκρούσεων. Όμως πόσο εφικτό μπορεί να είναι αυτό;

Μερικοί ηγέτες εκβιάζουν το παρελθόν για να το ξαναγράψουν.

Αυτή η σκέψη, εκτιμάται ότι είναι εδώ και πολύ καιρό, η στρατηγική του Ερντογάν. Το 2020 θα προσπαθήσει ακόμα πιο έντονα και με συνέχιση απειλών, να κατασκευάσει και να χειραγωγήσει την ιστορία για τους σκοπούς του παρόντος χρόνου. Το βλέπουμε συνεχώς με μια ιστορική αφήγηση στην οποία, η Τουρκία αγωνίζεται συνεχώς, όπως ισχυρίζεται, για “επιβίωση εναντίον ενός εχθρικού κόσμου.” Ενός κόσμου, ο οποίος, πιστεύεται, ό, τι επιθυμεί τη διάλυση της και την εφαρμογή της “φαντασιακής συνθήκης των Σεβρών,” που ποτέ δεν εφαρμόστηκε. Αυτό που ονομάστηκε “σύνδρομο των Σεβρών.” Οι συνεχείς απειλές προς τον Ελληνισμό για το ξέσπασμα ενός νέου πολέμου και ο διωγμός των Κούρδων από τις πατρογονικές τους εστίες στη Βόρεια Συρία, είναι μόνο το τελευταίο παράδειγμα.

Παρά το ότι η τελική επιτυχία της όποιας διαπραγμάτευσης εξαρτάται από την εγκυρότητα των πιο βασικών παραδοχών μας για τον κόσμο, την επικρατούσα κατάσταση και τα ενδιαφέροντά μας, οι Τούρκοι επιθυμούν μια διαπραγμάτευση, με τη σκέψη όχι πώς μπορούν να δημιουργήσουν ένα κερδοφόρο αποτέλεσμα, αλλά πώς μπορούν να κατανικήσουν την άλλη πλευρά. Δηλαδή να την εκμηδενίσουν ή ακόμη και να την αφανίσουν. Εξ’ άλλου το έχουν αποδείξει στο παρελθόν, με τη γενοκτονία των Αρμενίων και των Ελλήνων της Μέσης Ανατολής.

Πιστεύω ακράδαντα, για το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον που άρχισε να γεννιέται στον 21ο αιώνα, το παρελθόν συνεχίζει να παρουσιάζει ίσως το σημαντικότερο ρόλο για αμφότερες τις πλευρές, καθώς το παρελθόν παραμένει χαραγμένο στις ψυχές μας. Εν ολίγοις, η ιστορική εξαιρετικότητα και η άρνηση κάθε υπερβολής της ιστορίας της Ελλάδος με τρόπους που προσδίδουν γνώση, είναι το σημαντικό μάθημα, αφού το παρελθόν του ιστορικού ντετερμινισμού δεν είναι νεκρό, και υπαγορεύει το παρόν. Άρα η απάντηση στο βασανιστικό ερώτημα του προλόγου, είναι μάλλον αρνητικό.

Η έννοια της ασφάλειας του Ελληνισμού

Η οικοδόμηση και η διατύπωση ιδεών και εννοιών στον τομέα της εθνικής ασφάλειας, είναι μια πολύπλοκη πρόκληση, η οποία λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις παρελθούσες κρίσεις. Η έννοια της ασφάλειας του Ελληνισμού πρέπει να είναι μια θεμελιώδης αρχή αξιών που στηρίζει τη γενική πολιτική και στρατηγική για την προώθηση των στόχων της χώρας και την εξασφάλιση της επιβίωσης και της ευημερίας της. Η αναζήτηση συστηματικής λογικής απαιτεί τη συνεχή αξιολόγηση της εγκυρότητας των γνώσεων και εκτιμήσεων που οδήγησαν στο παρελθόν και στο παρόν τη στρατηγική σκέψη και πολιτική, καθώς και μια αξιολόγηση των αλλαγών στο εσωτερικό και το εξωτερικό στρατηγικό περιβάλλον. Τέτοιες αλλαγές πρέπει να είναι η βάση για το σχεδιασμό θεμελιωδών αρχών και ιδεών για το μέλλον.

Η έννοια της εθνικής ασφάλειας που αγκάλιασε η Ελλάδα κατά τα πρώτα χρόνια της εισόδου στο σκληρό πυρήνα της ΕΕ δεν έχει αξιολογηθεί, υπό το πρίσμα των συχνών αλλαγών στο στρατηγικό περιβάλλον του Ελληνισμού και της φύσης των προκλήσεων που αντιμετωπίζει το ελληνικό και κυπριακό κράτος, δηλαδή στο σύνολό του ο Ελληνισμός. Όπως φαίνεται, τα τελευταία χρόνια, ανανεώθηκε η αναγκαιότητα επανεξέτασης της έννοιας της εθνικής ασφάλειας του Ελληνισμού, με πιο επείγοντα τρόπο ως αποτέλεσμα του επιταχυνόμενου ρυθμού των θεμελιωδών αλλαγών που βρίσκονται σε εξέλιξη στη Μέση Ανατολή, τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και στη διεθνή σκηνή που σχετίζεται με την Ελλάδα ως αποτέλεσμα των αλλαγών στη φύση των απειλών.

Οι εξελίξεις στη Μεσόγειο, ιδικά τώρα που υπεγράφη η κατασκευή του αγωγού East Med που υποστηρίζεται και από τις ΗΠΑ, στρέφονται στο σταυροδρόμι της περιφερειακής αντιπαλότητας συμπεριλαμβανομένης μιας αυξανόμενης ναυτικής παρουσίας και επιβεβαίωσης μιας νέας δυναμικής στο στρατηγικό περιβάλλον που δημιούργησε η προοδευτική παγκοσμιοποίηση ασφαλείας της Μεσογείου. Αυτό σημαίνει ότι αυτές οι αντιπαλότητες σχετίζονται κυρίως με τη διεθνή ασφάλεια και λιγότερο με την περιφερειακή ή ακόμη λιγότερο από τις εθνικές. Γύρω από τον East Med, διαμορφώνεται μάλλον μια εναλλακτική αμερικανική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο μια περιοχή που συνεχίζει να παρουσιάζει τεράστιο γεωπολιτικό ενδιαφέρον. Η εναλλακτική αυτή αμερικανική πολιτική, περιλαμβάνει τον Ελληνισμό. Και εδώ είναι που τα ελληνικά συμφέροντα συμπίπτουν με τα αμερικανικά.

Με την αύξηση, όμως, των στρατιωτικών και αεροναυτικών δραστηριοτήτων είναι ορατός ο κίνδυνος της τριβής μεταξύ των στρατιωτικών μονάδων των διαφόρων όμορων κρατών. Εξ αιτίας αυτής της έντασης, σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, είναι άμεση η ανάγκη για την επανεξέταση της θαλάσσιας ασφάλειας ως μια προοπτική για την προώθηση μιας προσέγγισης οικοδόμησης εμπιστοσύνης μεταξύ της Ελλάδος και των γειτόνων της, προκειμένου να μειωθούν οι ενδεχόμενες πηγές τριβής και κλιμάκωσης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η στρατηγική κουλτούρα των Ελλήνων

Η νέα γενιά των Ελλήνων, μετά το 1974 δεν έχει βιώσει ποια είναι η κατάσταση όταν ο πόλεμος γίνεται μια πραγματική δυνατότητα και ως εκ τούτου δεν έχει την εμπειρία στρατηγικής συγκράτησης. Επίσης, οι περισσότεροι μαθαίνουν σήμερα τα γεγονότα με αποσπασματικό τρόπο. Συχνά, δεν έχουν την αίσθηση της ιστορίας, αν και τα σημερινά προβλήματα είναι πολύ μεγαλύτερα από ό, τι αντιμετωπίσαμε στο παρελθόν, καθώς σήμερα υπάρχει δυσκολία να καταλάβουμε τις συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης και της αναπτυσσόμενης τεχνολογίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ταπεινότητα, και ο ορθολογισμός σκέψης είναι προϋπόθεση ζωτικής σημασίας στη σχεδίαση της εθνικής στρατηγικής.

Είναι επίσης κοινότυπο, ή στην καλύτερη περίπτωση, ασήμαντο, να λέμε ότι όλα τα κράτη προσπαθούν να ενεργήσουν σύμφωνα με το εθνικό τους συμφέρον. Το σημαντικό ερώτημα είναι πώς οι κυβερνήσεις επιλέγουν να καθορίσουν και να επιδιώξουν αυτό το εθνικό συμφέρον υπό διαφορετικές διαμορφούμενες συνθήκες. Η πρόσβαση στους υδρογονάνθρακες, η ασφάλεια των αγωγών, η προσπάθεια τριμερών αμυντικών συμφωνιών, οι αγοροπωλησίες στρατιωτικών εξοπλισμών και η περιφερειακή σταθερότητα ανήκουν όλα στη σφαίρα των εθνικών συμφερόντων, αλλά και αξίες και αρχές είναι ελκυστικές για όλους μας. Εμείς πρέπει να συνδυάσουμε αυτές τις κατηγορίες συμφερόντων, αρχών και αξιών, για να έχουμε μια επωφελή για το έθνος στρατηγική.

Συμπεράσματα

Η αυγή της νέας δεκαετίας φαίνεται ότι είναι κατάλληλος χρόνος για να εξεταστεί η ιστορία και πώς αυτή θα αξιοποιηθεί. Για ό, τι είναι καινούργιο, ο κόσμος μας είναι και θα είναι πάντα ο ίδιος, στον οποίο, είναι εγγεγραμμένο στην ψυχή μας ως εθνικό αρχείο, αυτό που είναι παρελθόν και γίνεται το πρελούδιο μας σε κάθε νέα σκέψη μας.

Θα μπορέσει η Ελλάδα να αποφύγει στρατηγικά λάθη στη δεκαετία του 2020; Αυτό είναι σίγουρα η ελπίδα, όλων μας. Αλλά αν οι αξιωματούχοι συνεχίσουν να φοβούνται να ανταποκριθούν στους στόχους επιμένοντας σε έναν ανεξήγητο κατευνασμό ή καλύτερα έλλειψη στρατηγικής, τότε θα φλερτάρουμε επικίνδυνα με την αποτυχία.

Επειδή ο Ελληνισμός εργάζεται για την ανάπτυξη μιας συνεκτικής στρατηγικής έναντι των αμφισβητήσεων της Τουρκίας, τα διδάγματα της περασμένης τριαντάχρονης περιόδου δείχνουν ότι ένα καλό μέρος για να ξεκινήσουμε τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις μας, είναι η σοβαρή δέσμευση όλων των υπολοίπων κρατών της Μεσογείου που έχουν συμφέρον για συγκεκριμένα μέτρα μείωσης του κινδύνου πολέμου.

Οποιεσδήποτε άλλες προτεραιότητες επιλεγούν, δεν πρέπει να ξεχνούνε τη μάστιγα ενός πολέμου που «δεν μπορεί να κερδηθεί και γι’ αυτό πρέπει να καταπολεμηθεί» και η κλιμακούμενη απειλή σήμερα μιας πολεμικής καταστροφής μέσω σφάλματος, ή εσφαλμένου υπολογισμού, θα μπορούσε να είναι ένας κατακλυσμός που θα μας φέρει όλους πολλές δεκαετίες πίσω.

Το πεδίο των διαπραγματεύσεων προσφέρει συγκεκριμένα βήματα, που ποτέ δεν είναι εύκολα σε μια πολύπλοκη, ήδη χτυπημένη πολιτική σχέση, όπως έχουμε σήμερα στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις. Ως εκ’ τούτου εκτιμώ ότι είναι προς το συμφέρον της Ελλάδος να προτείνει συζητήσεις για το θέμα αυτό, με όλες τις γειτονικές χώρες που βρέχονται στην Ανατολική Μεσόγειο και των μεγάλων δυνάμεων που λειτουργούν στην περιοχή της Μεσογείου, όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία, και το Ηνωμένο Βασίλειο καθώς αυτό που μπορούμε να ελπίζουμε είναι ότι μια σοβαρή πολιτική και στρατιωτική διπλωματία, μπορεί να επιλύσει προβλήματα και ότι η ανθρωπότητα δεν θα συρθεί στα ίδια λάθη του παρελθόντος.

ΠΗΓΗ: LIBERAL