Η επίθεση με drones στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της Σαουδικής Αραβίας ήρθε να επιβεβαιώσει τον κυρίαρχο ρόλο της τεχνολογίας στη διεξαγωγή του σύγχρονου πολέμου. Εδώ και αρκετά χρόνια, οι μεγάλοι στρατοί αναπτύσσουν και χρησιμοποιούν προηγμένα μη επανδρωμένα αεροχήματα (UAV) για τη συλλογή πληροφοριών, την αναγνώριση στόχων, την επόπτευση χώρων ή την εξαπόλυση επίθεσης. Η εξέλιξη της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης είναι πλέον τόσο ραγδαία που ανατρέπει την παραδοσιακή αντίληψη περί στρατιωτικής στρατηγικής. Η χρήση των UAV αμφισβητεί επί της ουσίας τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του πολέμου και οδηγεί σε νικηφόρες μάχες εναντίον συμβατικών στρατών. Είναι αλήθεια ότι η σταδιακή αυτονόμησή τους από τον ανθρώπινο έλεγχο δημιουργεί τεράστια ηθικά διλήμματα. Πάντως, αυτές οι ιπτάμενες πλατφόρμες έχουν επιφέρει μια νέα Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις (Revolution in Military Affairs) που έχει άμεσο αντίκτυπο και στην ελληνική ασφάλεια.

Γράφει ο ΜΑΝΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ, Αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Αμυντικών Σπουδών του King’s College London και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, για την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η Άγκυρα έχει επενδύσει συστηματικά στην ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροχημάτων. Οι επεμβάσεις στη Συρία και στη Λιβύη της επιτρέπουν να τα δοκιμάσει σε πραγματικές συνθήκες μάχης. Με αυτόν τον τρόπο, η τουρκική πολεμική μηχανή γίνεται αποτελεσματικότερη και φονικότερη. Η χώρα μας θα πρέπει να επιδοθεί σε έναν αγώνα δρόμου για να καλύψει το χαμένο έδαφος. Το ερώτημα που αβίαστα προκύπτει αφορά την καθυστερημένη ελληνική αντίδραση στην τουρκική τεχνολογική υπεροχή. Μην κάνουμε το λάθος να πιστέψουμε ότι αυτή οφείλεται στο τέρας της γραφειοκρατίας και στο χάος της ασυνεννοησίας μεταξύ των αρμόδιων φορέων.

Πλησιάζοντας τη 200στή επέτειο της έναρξης της Ελληνικής Επανάστασης, θα ήταν χρήσιμο να κατανοήσουμε το παρελθόν για να χτίσουμε το μέλλον. Οι μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες δεν προέκυψαν τυχαία, αλλά εδράζονταν σε μια ρηξικέλευθη στρατηγική. Από τις ασύμμετρες επιθέσεις των πυρπολικών του Κανάρη το 1821 μέχρι την πρώτη στον κόσμο επιχείρηση προσβολής πλοίων που εκτέλεσε ελληνικό υδροπλάνο το 1913, η μικρή Ελλάς μπόρεσε να καινοτομήσει και να ανατρέψει δυσμενείς στρατιωτικούς συσχετισμούς. Ποτέ άλλοτε οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις δεν ήταν τόσο καλά εξοπλισμένες, παρά τις δεδομένες ανάγκες που υπάρχουν. Εντούτοις, παρακολουθούμε διαρκώς αιφνιδιαζόμενοι την Τουρκία να ενισχύει της στρατιωτικές της δυνατότητες και να προβάλει αξιώσεις. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι η Ελλάδα δεν παράγει δική της στρατηγική σκέψη, όπως άλλες αντίστοιχου μεγέθους χώρες (π.χ. Ισραήλ, Σουηδία). Αυτή δεν μπορεί να προκύψει μόνο από τη σπουδή της στρατιωτικής γραμματείας.

Το απαρχαιωμένο ΚΥΣΕΑ λειτουργεί περισσότερο ως μια περιστασιακή συνάντηση πολιτικών και στρατιωτικών, παρά ως όργανο χάραξης μακροχρόνιας στρατηγικής με προαποφασισμένους στόχους. Η θεσμική ανεπάρκεια επιτείνεται από την απουσία ενός πανεπιστημίου Ενόπλων Δυνάμεων που θα φιλοξενεί μια ευάριθμη κοινότητα άριστα καταρτισμένων επιστημόνων· η μελέτη του πολέμου δεν μπορεί να γίνεται αποσπασματικά στα στρατιωτικά επιτελεία. Εξάλλου, η θεωρητικοποίηση της στρατιωτικής εμπειρίας απαιτεί επιστημονική προσέγγιση και συνέπεια. Μόνο μέσα από έναν εξειδικευμένο διάλογο θα μπορέσουμε να εξελίξουμε τη στρατηγική μας σε ικανοποιητικό βαθμό. Ίσως, μάλιστα, μια μέρα να έχουμε και τον δικό μας Liddell Hart ή Andre Beaufre, δηλαδή έναν θεωρητικό της στρατηγικής που θα συγκροτήσει μια σχολή σκέψης προσαρμοσμένη στις αμυντικές ανάγκες της χώρας.

Σε κάθε περίπτωση, η ευελιξία και η προσαρμοστικότητα στα νέα τεχνολογικά δεδομένα πρέπει να είναι δομικά στοιχεία της ελληνικής στρατηγικής σκέψης. Για να αντιμετωπιστεί ο τουρκικός αναθεωρητισμός στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο απαιτούνται εγρήγορση και καινοτομία. Το διακύβευμα είναι η εδαφική ακεραιότητα και τελικά η επιβίωση του ελληνισμού στις πατρογονικές του εστίες.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ