To προηγούμενο Σάββατο μέσα από το defencereview.gr θίξαμε το ζήτημα των οροφών για τη Π.Α και ειδικότερα το ζήτημα των αριθμών. Ακολουθεί το δεύτερο μέρος του αφιερώματος μας.

Το πρώτο μέρος μπορείτε να το βρείτε εδώ: https://defencereview.gr/poia-polemiki-aeroporia-theloyme-gia-ton-21o-aiona-meros-1o/

Η «χρυσή» δεκαετία της ποιοτικής αναβάθμισης

Η περίοδος 2000-2010 αποτέλεσε περίοδο καθοριστικής ενίσχυσης  με παραλαβή  νέων αεροσκαφών από τις παραγγελίες που έγιναν από το 1999 και μετά, καλύπτοντας σημαντικές υστερήσεις που παρουσίαζε η Πολεμική Αεροπορία έναντι της τουρκικής.

Οι παραγγελίες αυτές ήταν το αποτέλεσμα μιας κρίσιμης επιτελικής μελέτης του 1997, η οποία προσδιόρισε τον ελάχιστο αριθμό μαχητικών νέας γενιάς που θα έπρεπε να επιχειρούν μέχρι το 2012 σε 150. Η μελέτη αυτή ελάμβανε υπόψη της τα τουρκικά δεδομένα και τις επικείμενες κινήσεις (όπως θα αναλυθεί πιο κάτω) της Τουρκικής Αεροπορίας, όπως και το πρόβλημα που διαμόρφωνε για την ΠΑ η σταδιακή απόσυρση μέχρι και 200 αεροσκαφών δεύτερης γενιάς.

Με βάση αυτή τη μελέτη, διαμορφώθηκε με την έγκριση του ΑΑΣ και του ΚΥΣΕΑ το πρόγραμμα του Νέου Μαχητικού Αεροσκάφους (ΝΜΑ), το οποίο ως γνωστόν προχώρησε με την κατάρτιση λίστας υποψηφιοτήτων στην οποία περιλαμβάνονταν τα αεροσκάφη F-15E, F-16C/D Block 52+, Mirage 2000-5, Eurofighter, και Su-30. Μετά τη διαδικασία του διαγωνισμού, τον Απρίλιο του 1999 το ΚΥΣΕΑ έλαβε μία απόφαση με δύο σκέλη:

Αρχικά την αγορά 50 και εν συνεχεία +10 νέων F-16C/D Block 52+ (πρόγραμμα Peace Xenia III) παράλληλα με την αγορά 15 νέων μαχητικών Mirage 2000-5 Mk2 και την αναβάθμιση 10 διαθεσίμων Mirage 2000 σε αυτό το επίπεδο.

To πρώτο διθέσιο ελληνικό F-16D Block 52+ (επάνω) κατά τη διάρκεια δοκιμών πιστοποίησης όπλων και συστημάτων, πετά πάνω από τις ερήμους που περιβάλλουν τη θρυλική αεροπορική βάση Edwards. Μαζί με το Mirage 2000-5Mk.2 (κάτω) αποτέλεσε τη σοφότερη επιλογή κόστους-απόδοσης καλύπτοντας και ποιοτικά και αριθμητικά την ΠΑ. Ο μη εκσυγχρονισμός του συνόλου των -5Mk.2 τότε, είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ΠΑ σήμερα…

Επιπλέον υλοποιήθηκε με επιτυχία η αναβάθμιση 36 F-4E Phantom II σε επίπεδο ΑUP (πρόγραμμα Peace Icarus 2000), ενώ στον κρίσιμο τομέα της εκπαίδευσης αποφασίστηκε η αγορά 45 Τ-6 Texan II που κάλυψαν τις πιεστικές ανάγκες τόσο της αρχικής όσο και της βασικής εκπαίδευσης χειριστών, επιτρέποντας την απόσυρση των πεπαλαιωμένων εκπαιδευτικών Τ-37.

Συνδυαστικά καλύφθηκε με τον καλύτερο τρόπο η αναβάθμιση των δυνατοτήτων αερομεταφοράς με την προμήθεια 12 αεροσκαφών μέσης μεταφορικής ικανότητας C-27J Spartan (τελικώς παραδόθηκαν τα 8 με δυσεπίλυτα προβλήματα υποστήριξης μέχρι σήμερα), ο εκσυγχρονισμός του στόλου των C-130B/H Hercules σε επίπεδο AUP, μαζί με παράλληλη απόκτηση 4 αεροσκαφών ΑΣΕΠΕ τύπου ΕΜΒ-145H ERIEYE, που αναβάθμισαν καθολικά την ικανότητα εναέριας επιτήρησης, διοίκησης, επικοινωνιών και ελέγχου αεροπορικών επιχειρήσεων της ΠΑ!

Ένα από τα θετικά της σχεδόν δεκαετούς πλέον οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα μας, είναι ο περιορισμός του φαινομένου της πολυτυπίας. Μετά από την απόσυρση από την ενεργό υπηρεσία του Α-7Ε τον Οκτώβριο του 2014, ακολούθησε η απενεργοποίηση της 348 Μοίρας Τακτικής Αναγνώρισης, με τα RF-4E. Επιπρόσθετα και η απενεργοποίηση της 339 Μοίρας πριν από έναν ακριβώς χρόνο, φανερώνει την προοπτική σχετικά με την απόσυρση των εκσυγχρονισμένων F-4E. To ίδιο φυσικά ισχύει και για τα Mirage 2000EGM/BGM της 332 Μοίρας, κάτι που θα αιτιολογήσουμε παρακάτω.

Με άλλα λόγια, αποτελεί θετική εξέλιξη το γεγονός ότι από την μία πλευρά αποσύρθηκε σημαντικός αριθμός παλιών αεροπλάνων που, για τους λόγους που αναλύσαμε στο 1ο μέρος αυτού του αφιερώματος, επιχειρησιακά δεν μπορούσε να «σταθεί», αυξάνοντας παράλληλα κατακόρυφο το λειτουργικό κόστος των μονάδων που τα αξιοποιούσαν, ενώ από την άλλη αποφασίστηκε η –έστω και μερική- ομογενοποίηση του στόλου των F-16. Το κόστος συντήρησης και υποστήριξης των A-7E και RF-4E είχε φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη με βάσει στοιχεία του ΓΕΑ, ενώ το ίδιο ισχύει σήμερα και για τα F-4E AUP. Θα μιλήσουμε όμως με αριθμούς για να γίνει απόλυτα αντιληπτό το τι εννοούμε…

Στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας (2010) το κόστος συντήρησης και υποστήριξης ανά ώρα πτήσης είχε υπολογιστεί από την Πολεμική Αεροπορία σε 16.362 ευρώ για τα RF-4E… Ακολουθούσαν με 13.888 ευρώ ανά ώρα πτήσης τα εκσυγχρονισμένα F-4E AUP και με 13.421 ευρώ τα Mirage 2000EGM/BGM. Τέταρτος τύπος στη σειρά το F-16C/D Block 30, με κόστος 11.200 ευρώ ανά ώρα πτήσης και πέμπτος τα Α-7H/E με 11.038 ευρώ. Όλα αυτά σε τιμές 2008! Πριν από 10 χρόνια επομένως, το πραγματικά μεγάλο πρόβλημα της ΠΑ από πλευράς κόστους διατήρησης σε υπηρεσία ήταν τα παλιά της μαχητικά… Κάτι απόλυτα φυσιολογικό αν –εν συντομία- ανατρέξουμε στο τι ισχύει παγκοσμίως. Όταν η παραγωγή ενός μαχητικού σταματήσει, η προμήθεια ανταλλακτικών για τον εκάστοτε χρήστη καθίσταται δυσκολότερη, καθώς το κόστος αυξάνεται. Και αυξάνεται γιατί οι εταιρείες-προμηθευτές των ανταλλακτικών δεν τροφοδοτούν πλέον μεγάλες ποσότητες σε γραμμή παραγωγής, αλλά σημαντικά μικρότερες απευθείας σε χρήστες.

Οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ διατηρούν –η κάθε μία- δικό τους απόθεμα ανταλλακτικών, μέχρι να αποσύρουν κάποιο συγκεκριμένο τύπο από την ενεργό υπηρεσία. Από τα δικά τους αποθέματα ανταλλακτικών, προμηθεύουν –μέσω FMS- και τις χώρες συμμάχους, σε σχετικά χαμηλό κόστος λόγω των μεγάλων ποσοτήτων που απορροφούν… Μετά την απόσυρση ενός αεροσκάφους, μεταπωλούν το απόθεμα των ανταλλακτικών που διαθέτουν σε εταιρείες, οι οποίες και αυξάνουν τις τιμές ανάλογα με τη ζήτηση που υπάρχει. Με τα Α-7 και F-4E να έχουν αποσυρθεί από τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, αντιλαμβάνεται κανείς τι συνεπάγεται αυτό. Σε ότι αφορά στα γαλλικά μαχητικά, η προμήθεια των ανταλλακτικών γίνεται εξαρχής από τις εταιρείες-προμηθευτές. Και εκεί το κόστος πραγματικά εκτοξεύεται όταν τερματιστεί η παραγωγή του αεροπλάνου…  

Το πρόβλημα είναι πολυδιάστατο και δεν λύνεται εύκολα… Ο μόνος τρόπος να περιοριστεί, χωρίς να επηρεαστεί το αξιόμαχο είναι να διατηρούνται διαχρονικά σε υπηρεσία δύο τύποι μαχητικών, οι οποίοι θα πρέπει να αναβαθμίζονται από πλευράς εξοπλισμού αποστολής σε βάθος 15ετίας. Αυτό έχει δείξει η εμπειρία τα τελευταία 30 χρόνια. Ο μέγιστος χρόνος ωφέλιμης επιχειρησιακής ζωής για ένα μαχητικό είναι αυτός υπό την προϋπόθεση ότι θα εκσυγχρονιστεί… Η πρόσφατη (Σεπτέμβριος 2018), υπογραφή συμφωνίας για την αναβάθμιση των F-16 Block 52+ και Block 52+ Advanced, δίνει τη δυνατότητα στην Πολεμική Αεροπορία να δημιουργήσει μία σταθερή βάση, πάνω στην οποία θα σχεδιάσει το μέλλον της. Ας δούμε τα πιο εφικτά σενάρια που περιγράφουν ποιο μπορεί να είναι αυτό…

Γιατί η επόμενη εικοσαετία θα είναι καθοριστική

Με δεδομένη την απόσυρση των F-4E AUP και Mirage 2000EG/BG εντός της των επόμενων πέντε ετών, η Πολεμική Αεροπορία, έστω και αν δεν αποσύρει τους δύο τύπους ταυτόχρονα, θα βρεθεί με 50+ λιγότερα μαχητικά αεροπλάνα στη δύναμή της. Τα οποία θα πρέπει βέβαια άμεσα να αντικαταστήσει. Αυτό είναι το πρώτο δεδομένο που θα πρέπει να εξετάσουμε. Γιατί οι εναλλακτικές που υπάρχουν την τελευταία δεκαετία είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Αν θέλουμε να κυριολεκτούμε και –κυρίως- να σοβαρολογούμε, περιορίζονται κυρίως στη δυνατότητα απόκτησης μεταχειρισμένου υλικού. Αυτό επιβάλλεται από τα οικονομικά –και όχι μόνο- δεδομένα της χώρας. Αφού λοιπόν το μεταχειρισμένο υλικό είναι η μόνη μας επιλογή, και θα είναι για πολλά ακόμα χρόνια, πέρα από τη λύση των αναβαθμίσεων και των εκσυγχρονισμών, η αμέσως επόμενη λογική διαπίστωση είναι ότι οι τύποι των αεροσκαφών που πρέπει να αναζητηθούν και να αποκτηθούν, θα πρέπει να είναι ίδιοι με τους ήδη διαθέσιμους στο ελληνικό οπλοστάσιο. Ήτοι, Mirage 2000 και F-16. To διευκρινίζουμε και το τονίζουμε ιδιαίτερα αυτό γιατί…

Οι επενδύσεις της ΠΑ στη δημιουργία υποδομών υποστήριξης του Mirage 2000 (επάνω), του F-16 (κάτω), των συστημάτων και των όπλων τους, είναι η βάση στην οποία πρέπει να στηριχθεί η ελληνική άμυνα και για τα επόμενα 20 χρόνια. Είναι η μόνη λογική και οικονομικά εφικτή επιλογή που έχουμε αυτή την περίοδο…

Οποιοδήποτε άλλο σενάριο εμφανιστεί στο προσκήνιο –ή το παρασκήνιο- όχι μόνο δεν θα είναι υλοποιήσιμο αλλά θα έχει και καταστροφικές συνέπειες. Και εξηγούμαστε… Επειδή παλαιότερα υπήρξαν δημοσιεύματα σχετικά με την απόκτηση μη εκσυγχρονισμένων F-15C από τις ΗΠΑ και επειδή και από την εδώ πλευρά του Ατλαντικού (Ευρώπη) μπορεί να υπάρξουν προσφορές για την προμήθεια μεταχειρισμένων Eurofighter-Typhoon, τονίζουμε απλά ότι το κόστος μιας οποιασδήποτε τέτοιας επένδυσης θα είναι πραγματικά τεράστιο άμεσα και μακροπρόθεσμα, χωρίς ουσιαστικό επιχειρησιακό αντίκρισμα. Αναλύουμε το γιατί… Υποδομές υποστήριξης και συντήρησης των Mirage 2000, των F-16, των συστημάτων και των όπλων τους, έχουν δημιουργηθεί στις τάξεις της Π.Α. και λειτουργούν τα τελευταία 30 χρόνια. Σε αυτό το χρονικό διάστημα επίσης, έχει αποκτηθεί τεράστια και πολύτιμη τεχνογνωσία. Διαφορετικοί τύποι μαχητικών σημαίνει αυτόματα ανάγκη δημιουργίας νέων υποδομών. Μία δαπάνη που οι ελληνικοί προϋπολογισμοί απλά δεν μπορούν να αντέξουν.

Από την άλλη πλευρά το επιχειρησιακό αντίκρισμα-όφελος- θα είναι εξαιρετικά περιορισμένο διότι και οι δύο τύποι στους οποίους προαναφερθήκαμε –πρώτα από όλα- καλύπτουν μόνο ρόλο αναχαίτισης/αεροπορικής υπεροχής υπό προϋποθέσεις… Ποιες είναι αυτές οι προϋποθέσεις; Το F-15C είναι μία πολύ παλιά πλατφόρμα. Η USAF πριν από αρκετά χρόνια (πάνω από δεκαετία), αποφάσισε να εκσυγχρονίσει έναν αριθμό μαχητικών του τύπου, τοποθετώντας το ραντάρ AESA τύπου APG-63(V)3. Πολύ σύντομα βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα τεράστιο (θα το δούμε παρακάτω) πρόσθετο κόστος, όταν μετά από ένα ατύχημα αποκαλύφθηκε ότι τα αεροπλάνα αυτά απαιτούσαν εκτεταμένη δομική αναβάθμιση. Το Eurofighter τώρα, μπορεί να είναι ένα πολύ πιο σύγχρονο μαχητικό, αλλά οι εκδόσεις του που προσφέρονται προς πώληση ως μεταχειρισμένο υλικό, έχουν μόνο δυνατότητες αέρος-αέρος (https://defencereview.gr/metacheirismena-italika-eurofighter-proteinei-sti-voylgaria-i-leonardo/ ).

Με βάση τη λογική και τα δεδομένα λοιπόν προκειμένου η Πολεμική Αεροπορία να μπορέσει να ανταπεξέλθει επιχειρησιακά σε πλαίσια εφικτού κόστους για τα επόμενα 20 χρόνια, θα πρέπει υποχρεωτικά να βασιστεί στο Mirage 2000 και στο F-16. Και όταν λέμε «να βασιστεί» εννοούμε να συνεχίσει να αξιοποιεί επιχειρησιακά αυτούς τους δύο τύπους μέχρι το 2028 τουλάχιστον, έχοντας όμως μέχρι τότε ολοκληρώσει τις διαδικασίες επιλογής ενός ή δύο τύπων νέων μαχητικών… Όταν μιλάμε για εικοσαετία επομένως, εννοούμε ότι τα τελευταία εκσυγχρονισμένα F-16 Block 70, θα πρέπει να αποσύρονται περί το 2035- 2040.

Η περίπτωση απόκτησης μεταχειρισμένων αεροσκαφών

Σε ότι αφορά στα Mirage 2000, την άποψή μας την γνωρίζετε ήδη, από τα εκτεταμένα και πλήρως αναλυτικά δημοσιεύματα της προηγούμενης εβδομάδας (https://defencereview.gr/metacheirismena-mirage-2000-5-5f-poso-pithani-einai-i-apoktisi-toys-apo-tin-polemiki-aeroporia/). Η μόνη εφικτή, τεχνικά και οικονομικά, λύση για την διατήρηση του Mirage 2000 σε υπηρεσία για τα επόμενα 15 τουλάχιστον χρόνια, είναι είτε η συνδυασμένη προμήθεια μεταχειρισμένων -5 και -5F από το Κατάρ και τη Γαλλία αντίστοιχα, είτε (στην καλύτερη περίπτωση), η προμήθεια 15 τουλάχιστον Mirage 2000-9 από τα ΗΑΕ. Γιατί εξ όσων έχουν γίνει γνωστά και γνωρίζουμε, τα ΗΑΕ δεν θα εκσυγχρονίσουν το σύνολο των -9 που διαθέτουν.

Πιστεύουμε ότι το ελληνικό υπουργείο άμυνας θα πρέπει να κινητοποιηθεί προς την κατεύθυνση αυτή ταχύτατα για τους λόγους που εξηγήσαμε σε προγενέστερα αφιερώματά μας (και οι Γάλλοι και οι Καταριανοί ενδιαφέρονται για τη χρηματοδότηση του Rafale). Θα πρέπει να γίνει αντιληπτό επιτέλους, ότι μετά από μία ολόκληρη δεκαετία απόλυτης αδράνειας, πρέπει βάσει σχεδιασμού να παρθούν και να υλοποιηθούν άμεσα συγκεκριμένες αποφάσεις. Σε κάθε αντίθετη περίπτωση, τα πράγματα με την απόσυρση των Mirage 2000E και F-4E AUP θα γίνουν πολύ χειρότερα, καθώς πλέον με δυσκολία θα βγαίνουν σε καθημερινή βάση οι υπηρεσίες readiness! Δεν βγαίνουν τα νούμερα δηλαδή, πώς να το πει διαφορετικά κανείς. 

Προς το παρόν όλα δείχνουν ότι η ελληνική λογική του «ας τη βγάλουμε σήμερα και αύριο βλέπουμε…» δεν έχει εγκαταλειφθεί και ούτε πρόκειται… Μετά από τα αρχικά δημοσιεύματα που αφορούσαν στα σενάρια εκσυγχρονισμού του στόλου των F-16 της ΠΑ, πριν από έναν ακριβώς χρόνο, τελικά καταλήξαμε στο να κρατήσουμε πολύ «μικρό καλάθι», καθώς τα F-16C/D Block 50 έμειναν εκτός προγράμματος… Πρόκειται για 38-39 μονάδες, δύο πλήρεις πολεμικές Μοίρες. Για τα Block 30, δηλαδή άλλες 32 πολύτιμες μονάδες, ούτε λόγος να γίνεται… Ας δούμε όμως το ζήτημα περισσότερο σφαιρικά. Σε δεύτερη φάση πήγαμε στο σενάριο του εκσυγχρονισμού των Block 52+ και Block 52+ Advanced σε επίπεδο Block 70, με ταυτόχρονη υλοποίηση προγράμματος αναβάθμισης των Block 30 και Block 50 (70+ μονάδες δηλαδή με κινητήρες F-110 και τον ίδιο αεραγωγό), που θα ομογενοποιούνταν πλήρως μέσω της εκμετάλλευσης των απαρτίων και των συστημάτων που θα προέκυπταν από τον εκσυγχρονισμό των Block 52+ και -52+ Adv.

Και ήρθε η ώρα της υπογραφής της σύμβασης… Στην οποία δεν γίνεται καμία αναφορά για το μέλλον των Block 30 και Block 50!

Το Block 50 ήταν το πρώτο μαχητικό που εισήγαγε την Πολεμική Αεροπορία στη φιλοσοφία των σύγχρονων επιχειρήσεων προσβολής επίγειων στόχων με πολύ μεγάλη ακρίβεια και καθόλη τη διάρκεια του 24ώρου. Η αναβάθμισή τους σε επίπεδο Block 52+ θα έπρεπε ήδη να έχει υπογραφεί… Όποιο και αν είναι το κόστος, τα εν λόγω μαχητικά δεν μπορούν να αφεθούν ως έχουν από πλευράς εξοπλισμού αποστολής και όπλων.

 

Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο σχεδιασμός της Π.Α αναφέρει πως η πρόθεση για το μέλλον των F-16 Block 50 είναι να εκσυγχρονιστούν από τα απάρτια των εκσυγχρονισμένων σε επίπεδο Viper αεροσκαφών. Όμως αυτό είναι σκέψεις και όχι κάποια απόφαση. Ελπίζουμε να μην δούμε τα F-16 Block 50 σε απαξίωση λόγω μην έγκαιρων αποφάσεων. 

 Αν τελικά πουληθούν τα 32 F-16C/D Block 30, η ΠΑ με τι θα τα αντικαταστήσει; Όταν το αργότερο σε 10 χρόνια θα αναγκαστεί να αποσύρει τα Block 50 εφόσον παραμείνουν με τον εξοπλισμό αποστολής που διαθέτουν σήμερα, με τι θα τα αντικαταστήσει; Τα Block 30 τα οποία εξακολουθούν να διαθέτουν μια ικανοποιητική μαχητική ικανότητα με βλήματα BVR AIM-120Β, εάν απαιτηθεί σε περίοδο πολέμου, όπως άλλωστε ισχύει μέχρι σήμερα, επίσης μπορούν να αναβαθμιστούν με χαμηλό κόστος.

Πώς ο ορθολογικός σχεδιασμός θα βάλει τέλος στην ελληνική κακοδαιμονία

Σε άλλη πρόσφατη ανάρτηση αυτού του ιστότοπου, διαβάζουμε για την πρόθεση του ΓΕΑ να πουλήσει τα F-16 Block 30 στα ΗΑΕ (https://defencereview.gr/prooptiki-polisis-ton-f-16-block-30-tis-p-a-sta-inomena-aravika-emirata/ ). Επειδή εμείς δεν μπορούμε να εξηγήσουμε αυτή την εμμονή, η οποία δεν είναι πρόσφατη «κρατάει» χρόνια, μπορεί κάποιος (το ΓΕΑ ή το ΥΕΘΑ) να μας πει έναντι ποίου τιμήματος θα πωληθούν τα αεροπλάνα αυτά; Τα χρήματα που θα προκύψουν πώς ακριβώς θα αξιοποιηθούν; Θα αναβαθμιστούν τα Block 50 ή θα απορροφηθούν στο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των Block 52+ και -52+ Advanced; Υπάρχει προοπτική ανταλλαγής των Block 30 με τουλάχιστον 20 Mirage 2000-9; Γιατί κατά την ταπεινή μας άποψη μόνο αυτό συμφέρει την ελληνική πλευρά… Πώς είναι δυνατόν να είναι προς το συμφέρον μας η πώληση 32 μαχητικών που με κόστος ίσως μικρότερο των 5 εκατομμυρίων δολαρίων ανά μονάδα, μπορούν να αναβαθμιστούν στο επίπεδο Block 52+ ή Advanced;

Όπως και να το κάνουμε, οποιαδήποτε δικαιολογία του τύπου «τα Block 30 είναι πολύ παλιά για να εκσυγχρονιστούν» προφανώς δεν ευσταθεί… Θέλετε ένα σοβαρό λόγο; Σας τον παραθέτουμε: Η Αμερικανική Αεροπορία (USAF) έχει εφαρμόσει επανηλλειμένα προγράμματα εκσυγχρονισμού όχι μόνο στα F-16A/B, αλλά και στα F-16C/D ακόμα και παλαιών Block (25/-30/-40). Επιπρόσθετα, τον Απρίλιο του 2017, λιγότερο από δύο χρόνια πριν δηλαδή, αποφάσισε την εκτεταμένη δομική αναβάθμιση (SLEP-Service Life Extension Program) 300 (!!!) μαχητικών F-16 από το Block 40 μέχρι και το Block 52. Μέσω του προγράμματος αυτού, τα F-16 της USAF θα παραμείνουν σε υπηρεσία τουλάχιστον μέχρι το 2040, αν και έχει υπολογιστεί ότι η κατά 4.000 ώρες επέκταση του ορίου της δομικής τους ζωής, θα τους επιτρέψει να παραμείνουν ενεργά μέχρι το 2048! Η USAF, μία παγκόσμια αεροπορική δύναμη, πήρε την απόφαση αυτή ΔΙΟΤΙ απλά δεν θέλει να πάρει το ρίσκο του να βασίσει τη μελλοντική επιχειρησιακή της επάρκεια στο F-15C/D, έστω και σε εκσυγχρονισμένη μορφή, αλλά ούτε και στο F-35!

Σημειώστε ότι ορισμένα μόνο από τα εναπομείναντα 179, F-15C/D της USAF έχουν εξοπλιστεί με ραντάρ AESA τύπου APG-63(V)3, αλλά και πάλι η τελευταία εξετάζει πλέον σοβαρά το ενδεχόμενο να τα αποσύρει όλα και να κρατήσει μόνο τα πολλαπλού ρόλου F-15E. Ο λόγος απλός… Έχει υπολογιστεί ότι το κόστος για την υλοποίηση SLEP σε αυτά τα αεροσκάφη, θα ανέλθει σε 30 έως 40 εκατομμύρια δολάρια ανά μονάδα!!! Και αυτό γιατί θα χρειαστεί να αντικατασταθούν ολόκληρο το κεντρικό τμήμα της ατράκτου και οι πτέρυγες με νέα-καινούρια τμήματα… Σημειώστε επίσης ότι μόνο για τη διενέργεια μίας πλήρους σειράς δοκιμών δομικής καταπόνησης (stress tests) του F-15C/D, η USAF πλήρωσε στην κατασκευάστρια Boeing το ποσό των 250 εκατομμυρίων δολαρίων μέχρι το τέλος του 2016! Η USAF λοιπόν που δεν ναι μεν προσπαθεί να εξορθολογήσει τους προϋπολογισμούς της και να περιορίσει όσο το δυνατόν περισσότερο το λειτουργικό της κόστος, αλλά δεν αντιμετωπίζει τα προβλήματα της δικής μας ΠΑ, αποφάσισε να παραμείνει στο F-16. Εμείς γιατί επιλέγουμε το αντίθετο; Έχουμε χρήματα για την αγορά νέων μαχητικών και δεν το γνωρίζουμε;  Ή θα μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε με μία Αεροπορία δύναμης 130 μαχητικών το αργότερο σε πέντε χρόνια από σήμερα; Γιατί, κακά τα ψέματα, εκεί οδηγούμαστε…

Η παράμετρος F-16 Block 30

Το F-16C/D Block 30 (πρόγραμμα Peace Xenia I) όχι μόνο προσέφερε στην ΠΑ το πρώτο πραγματικό μαχητικό πολλαπλών ρόλων με πρωτόγνωρες ικανότητες στην αναχαίτιση αλλά εξακολουθεί μέχρι σήμερα να προσφέρει πολύτιμες επιχειρησιακές δυνατότητες.

Με δεδομένο όμως ότι τα Block 30 στερούνται της ικανότητας μεταφοράς προηγμένων όπλων κρούσης, ο οπλισμός τους περιορίζεται σε συμβατικές βόμβες ελεύθερης πτώσης των 500, 1000 και 2000lbs, με αποτέλεσμα οι δυνατότητες τους να μην μπορούν να καλύψουν απαιτήσεις νυχτερινής κρούσης ή κρούσης υψηλής ακρίβειας.

Συνεπώς περιορίζονται σε ημερήσια κρούση εναντίον τακτικών στόχων περιοχής πεδίου μάχης και εγκαταστάσεων υποδομής. Επιπλέον παντελής είναι η έλλειψη ειδικών όπλων όπως βλήματα AGM-65G ή βλημάτων αντι-ραντάρ AGM-88B.

Σημειωτέον τα Block 30 υπέστησαν τροποποιήσεις, ώστε να είναι ικανά για τη μεταφορά βλημάτων AIM-120Β AMRAAM, με επεμβάσεις στο ραντάρ AN/APG-68 (V) 5 το οποίο εκπέμπει στη ζώνη X και διαθέτει 22 διαφορετικές λειτουργίες σε διαμόρφωση αέρος-αέρος και αέρος-εδάφους. Βεβαίως οι επιδόσεις του είναι (μοιραία λόγω ηλικίας) σαφώς υποδεέστερες των νεότερων εκδόσεων (V) 7 και (V) 9 – στα Block 50 και Block 52+ αντίστοιχα – με ότι αυτό συνεπάγεται στην ικανότητα  να εμπλακούν σε εναέρια μάχη – ιδιαίτερα εναντίον πολλαπλών απειλών..

Παράλληλα υλοποιήθηκε το πρόγραμμα δομικής αναβάθμισης Falcon Up και στη συνέχεια τα Block 30 υποβλήθηκαν σε ένα άλλο πρόγραμμα αυτό της εγκατάστασης του συστήματος αυτοπροστασίας ASPIS. Αν και η παραλαβή των αεροσκαφών ξεκίνησε το 1989, τα F-16 πετούσαν αποστολές αναχαίτισης μέχρι και το 1999, χωρίς την παρουσία δέκτη προειδοποίησης σημάτων ραντάρ RWR.

Σήμερα παρά τις παραπάνω βελτιώσεις η συμβολή τους στον αεροπορικό αγώνα περιορίζεται από πλήρη έλλειψη αναβάθμισης με νεότερους αισθητήρες και όπλα που θα τους επέτρεπαν να αντιμετωπίσουν με αξιώσεις την αναβαθμισμένη τουρκική απειλή.

Σε συνδυασμό με την ηλικία τους η ΠΑ θα πρέπει να αποφασίσει – ίσως πολύ σύντομα – προς ποια κατεύθυνση επιθυμεί να κινηθεί, προκειμένου είτε να προχωρήσει σε κάποια μορφής αναβάθμιση, είτε να τα αφήσει στην παρούσα κατάσταση, μέχρις να αποσυρθούν από υπηρεσία ίσως κάπου στο 2020.

 

Το κόστος εκσυγχρονισμού των Block 30 με βάση τα νέα δεδομένα, καθιστά μάλλον παράλογη κάθε απόπειρα πώλησής τους σε ξένη αεροπορική δύναμη. Το κόστος αντικατάστασής τους από ισάριθμα νέα μαχητικά θα ξεπεράσει τα 3 δίσ. δολάρια, τη στιγμή που ο εκσυγχρονισμός τους δεν θα υπερβεί τα 200-250 εκατ. δολάρια!!!

 

Άποψη του γράφοντος είναι ότι η άφεση των Block 30 στην οριστική απαξίωση θεωρείται πολυτέλεια από τη στιγμή που απλώς δεν υπάρχει κανένα ορατό σενάριο αντικατάστασης από νέο τύπο.

Συνεπώς η πιο ρεαλιστική λύση θα ήταν η αναβάθμιση τους με απάρτια των Block 50 που θα αφαιρεθούν (δλδ ραντάρ ΑΝ/APG-68 (V) 7 και υπολογιστές GAC, επιτυγχάνοντας τουλάχιστον μια εντελώς οριακή αναβάθμιση ικανότητας.

Η προσθήκη τερματικού ζεύξης δεδομένων Link 16 επίσης κρίνεται απολύτως απαραίτητη σε συνδυασμό με ένα ελαφριάς μορφής πρόγραμμα εκσυγχρονισμού στα πρότυπα του CCIP Lite (νέος υπολογιστής αποστολής, έγχρωμες οθόνες CMFD, αρτηρία δεδομένων, πιστοποίηση JDAM/JSOW και κάσκα JHMCS).

Επειδή επομένως δεν υπάρχει μέχρι τώρα κανένα ουσιαστικό ενδιαφέρον από ξένη χώρα –πλην των ΗΑΕ- για τα ελληνικά Block 30, καλό θα ήταν ΑΜΕΣΑ να ληφθεί απόφαση για παράλληλο εκσυγχρονισμό τους με όλες τις άλλες εκδόσεις F-16 που είναι ενταγμένες σε υπηρεσία στο ελληνικό οπλοστάσιο, Ή να ανταλλαχθούν με –επαναλαμβάνουμε- με τουλάχιστον 20 Mirage 2000-9. Οποιαδήποτε άλλη επιλογή θα είναι όχι απλά επιζήμια, αλλά καταστροφική για το αξιόμαχο της Πολεμικής Αεροπορίας στα χρόνια που έρχονται…

Αντίθετα, οι επιχειρησιακές δυνατότητες που θα αποκτήσουν (και με την προσθήκη Link 16) τα Block 50 και Block 30, αν εκσυγχρονιστούν ταυτόχρονα, θα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερες από αυτές που έχουν τώρα, κάτι που συνεπάγεται ότι με μικρό κόστος (το μικρότερο από κάθε άλλη επιλογή που θα διασφαλίζει τον ίδιο αριθμό μονάδων!) θα εξακολουθήσουν να προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες για 15 ακόμη χρόνια. Οποιαδήποτε καθυστέρηση ή αδράνεια και σε αυτό το ζήτημα, θα είναι καταστροφική. Το τονίζουμε για άλλη μία φορά. Επειδή η USAF, ο μεγαλύτερος χρήστης του τύπου παγκοσμίως, θα συνεχίσει να τον υποστηρίζει για τα επόμενα 30 τουλάχιστον χρόνια και επειδή το F-16 θα παραμείνει μία ικανότατη και χαμηλού κόστους πλατφόρμα για «όλες τις δουλειές». Μέχρι την εποχή που τα πρώτα μη επανδρωμένα μαχητικά πολλαπλού ρόλου θα κάνουν την εμφάνισή τους…

Το ανεκπλήρωτο σκέλος του ΝΜΑ για μαχητικά 4ης γενιάς

Οι επιτελείς της Πολεμικής Αεροπορίας, υπολογίζοντας και τις αντίστοιχες κινήσεις της απέναντι πλευράς, εκτίμησαν ορθώς ως επιβεβλημένη τα επόμενα χρόνια, την απόκτηση αεροσκαφών 4ης γενιάς. Τότε λοιπόν για τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες ανάγκες της ΠΑ, είχε προωθηθεί (όπως πολλοί θα θυμούνται) η συμμετοχή στην κοινοπραξία Eurofighter με στόχο την απόκτηση 60 έως 90 αεροσκαφών του τύπου EF 2000. Ενώ όμως οι διαπραγματεύσεις βρίσκονταν εν εξελίξει, το πρόγραμμα «πάγωσε» με κύριο λόγο τις περικοπές των αμυντικών δαπανών. Το «πάγωμα» της απόφασης για το Eurofighter είχε μια ουσιαστική συνέπεια.

Ανέτρεψε τον σχεδιασμό του ΓΕΑ και του ΚΥΣΕΑ για την απόκτηση των προβλεπόμενων 150 μαχητικών 4ης γενιάς. Φυσικά «ουδέν κακό αμιγές καλού» αφού ενδεχόμενη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα του ευρωμαχητικού, θα απομυζούσε εντελώς την ΠΑ από όλα τα διαθέσιμα κονδύλια για την αγορά των πανάκριβων Eurofighter,  που αποδείχτηκαν επιπλέον και εξαιρετικά ακριβά στην υποστήριξη τους – ακόμη – και από τις ίδιες χώρες – χρήστες της κοινοπραξίας που υλοποίησε την παραγωγή του μαχητικού.

Μάλιστα μια δεκαετία αργότερα, ο τύπος εξακολουθεί να μην έχει ολοκληρωμένες δυνατότητες πολλαπλών ρόλων, περιοριζόμενος από τους περισσότερους χρήστες σε ρόλο αεροπορικής υπεροχής με υποτυπώδεις δυνατότητες αέρος-εδάφους. Κάτι που αναδείχτηκε εμφανώς στη κρίση της Λιβύης το 2011 (με τα παλαίμαχα βρετανικά και ιταλικά Tornado να καλύπτουν το κενό ) γεγονός που κρίνεται φυσικά εντελώς απαράδεκτο για ένα σύγχρονο μαχητικό 4ης γενιάς.

Κλείνουμε το αφιέρωμα αυτό, υπενθυμίζοντας μία παλιά, αλλά αποκαλυπτική για τα αίτια των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε στο χώρο της άμυνας, ιστορία. Προς τα τέλη του 2004-αρχές του 2005 το υπουργείο άμυνας της Ολλανδίας ανακοίνωσε τη διάθεση προς πώληση 29 μαχητικών F-16A/B ΜLU. Σε τιμή που δεν ξεπερνούσε τα έξι εκατ. δολάρια ανά μονάδα! Από πλευράς εξοπλισμού τα μαχητικά αυτά βρίσκονται πολύ κοντά στο επίπεδο του Block 52+… Αφήσαμε την ευκαιρία να χαθεί (πωλήθηκαν στη Χιλή) και εδώ και χρόνια ψάχνουμε να βρούμε τι θα κάνουμε με τα Block 30! Σας θυμίζει κάτι;

Αντί αυτού η ΠΑ προχώρησε τελικά το 2007 στην ασφαλή λύση ενίσχυσης της υφιστάμενης δύναμης μαχητικών F-16, παραγγέλνοντας 30 προηγμένα μαχητικά F-16C/D Block 52+ Advanced (πρόγραμμα Peace Xenia IV) που άρχισαν να παραδίδονται το 2009 (εκμεταλλευόμενα πλήρως την υφιστάμενη υποδομή υποστήριξης), με αποτέλεσμα την κρίσιμη ενίσχυση της συνολικής  Δομής Δύναμης μαχητικών.

Κρίσιμη λεπτομέρεια ήταν ότι η αρχική πρόθεση της ΠΑ, αφορούσε την άσκηση προαίρεσης για 10 επιπλέον μαχητικά που δυστυχώς ουδέποτε ασκήθηκε, επιφέροντας μείωση του κενού που κλήθηκαν να καλύψουν τα Advanced από τα αντίστοιχα F-4E SRA και A-7H (που είχαν προ πολλού αποσυρθεί από την ενεργό υπηρεσία). Αυτή ήταν και η τελευταία προσθήκη νέων μαχητικών στην ΠΑ.

Oι οροφές του μέλλοντος – Συμπεράσματα

Ανακεφαλαιώνοντας, η κατάσταση για τη Π.Α προβλέπεται κρίσιμη και αυτό διότι: 

Η προοπτική του ΝΜΑ φαίνεται ιδιαίτερη δύσκολη για τα επόμενα πέντε τουλάχιστον χρόνια. 

Η Π.Α το 2020 θα πρέπει να έχει αποσύρει τα 34 αεροσκάφη F-4E Peace Icarus 2000 AUP ενώ το αργότερο ως το 2025 (πιθανό και νωρίτερα) ελέω μη έγκαιρης αναβάθμισης τα 18 Mirage 2000 EGM/ BGM θα οδεύουν και αυτά προς απόσυρση. 

Μετά το 2025 εάν η Π.Α προχωρήσει στη πώληση των 32 F-16 Block 30 ή ακόμα έστω και στη μερική πώληση θα μείνει με: 

Τα 122 μαχητικά εκ των οποία τα 84 F-16 Viper, τα 38 F-16 Block 50 τα οποία ελπίζουμε να εκσυγχρονιστούν με τα απάρτια των F-16 καθώς και το Link 16 και τέλος τα 24 Mirage 2000-5 Mk2. Σύνολο δύναμης 146 αεροσκάφη. Αριθμός απόλυτα ανεπαρκής να καλύψει τόσο τις καθημερινές ανάγκες (εκπαίδευση, readiness) όσο και τη διατήρηση ενός ικανοποιητικού αεροπορικού ισοζυγίου. Ιδανικά άποψη μας είναι πως τα F-16 Block 30 ΔΕΝ πρέπει να πωληθούν αλλά πρέπει να εκσυγχρονιστούν σε επίπεδο CCIP Lite ενώ για τα Mirage 2000 πρέπει να εξεταστεί σοβαρά το ενδεχόμενο προμήθειας μεταχειρισμένων με τη προϋπόθεση πως θα είναι διαθέσιμα και σε ένα ικανοποιητικό τίμημα. Εάν είχαμε φροντίσει να τα εκσυγχρονίσουμε στα μέσα του 2000 σήμερα δεν θα βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο. 

Και όλα αυτά με τη προϋπόθεση πως:

Οι διαθεσιμότητες δεν θα είναι κάτω από 75%. Όχι ότι συμβαίνει σήμερα ή ότι συνέβαινε στο παρελθόν. Εκτός αυτών μεγάλο βάρος πρέπει να δοθεί σε ατρακτίδια αναγνώρισης, στόχευσης, ναυτιλίας, ηλεκτρονικού πολέμου καθώς και σε νέα όπλα ακριβείας ικανά να αξιοποιούν πλήρως τις δυνατότητες των F-16 Viper για να μην φτάσουμε στο επίπεδο όπως με τα υποβρύχια «214» που βάλουν τορπίλες του 70, αντίστοιχα με τα F-16 Viper να ρίχνουν βόμβες ελεύθερης πτώσης. 

Από το 2025 και έπειτα το ΜΝΑ σε έναν αριθμό των 40-50 αεροσκαφών αποτελεί ΜΟΝΟΔΡΟΜΟ ώστε τα F-16 να αποτελούν τον κορμό της Π.Α και τα υπόλοιπα 40-50 να είναι σε στρατηγικό ρόλο. Να τονιστεί ότι σήμερα η Π.Α διαθέτει 230 αεροσκάφη. Όπως καταλαβαίνετε από τα 230 αεροσκάφη που είναι σήμερα στα 150 η διαφορά είναι μεγάλη. Αν όμως προκύψει ο εκσυγχρονισμός των F-16 Block 30 μαζί με μια μικρή προμήθεια μεταχειρισμένων Mirage (δεδομένου ότι ο εκσυγχρονισμός των δικών μας κρίνεται ασύμφορος)  η Π.Α θα βρίσκεται στο πολύ ικανοποιητικό επίπεδο των 200 αεροσκαφών έχοντας τη πολυτέλεια να πάει σε ΝΜΑ με σχετική άνεση χρόνου. 

Σίγουρα, δεν μπορούμε να ζήσουμε τις παλιές εποχές με 270-280 μαχητικά αλλά διαθεσιμότητες της τάξης του 40-50% αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να πέσουμε κάτω από τα 200 αεροσκάφη. 

Στη αντίπερα όχθη του Αιγαίου, η Τουρκική Αεροπορία σήμερα διαθέτει:

197 αεροσκάφη F-16 τα οποία έχουν δεχθεί πρόγραμμα εκσυγχρονισμού όντας σε επίπεδο F-16 Block 50+ όλα εφοδιασμένα με Link 16 ώστε να υπάρχουν επαυξημένες δυνατότητες δικτύωσης με ότι συνεπάγεται επιχειρησιακά αυτό,

37 μη εκσυγχρονισμένα αεροσκάφη F-16 Block 30 καθώς και

34 αεροσκάφη F-4E που βαίνουν στο τέλος του επιχειρησιακού τους βίου.

Σύνολο: 268 αεροσκάφη

Τα τελευταία όπως αναμένεται θα έχουν αποσυρθεί ως το 2020 διαμορφώνοντας την οροφή της Τουρκικής Αεροπορίας στα 234 αεροσκάφη ενώ και τα τουρκικά F-16 Block 30 θα έχουν αποσυρθεί ως το 2025.

Δεδομένων των κακών σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ – Τουρκίας το πρόγραμμα του F-35 όπως προκύπτει θα έχει σημαντικές καθυστερήσεις κάτι που ευνοεί την ελληνική πλευρά δίνοντας τον νευραλγικό παράγοντα του χρόνου. Η άνοιξη του 2019 θα σημάνει περαιτέρω εξελίξεις αφού τότε αναμένεται να παραληφθούν οι συστοιχίες των Ρωσικών S-400 από τη Τουρκική Αεροπορία. Σημειώνεται, ότι η Τουρκική Αεροπορία έχει παραγγείλει 30 F-35A ενώ έχει δεσμευτεί για επιπλέον 70 αεροσκάφη του προαναφερθέντος τύπου με στόχο τα 100 αεροσκάφη, ένα νούμερο αρκετά φιλόδοξο αν αναλογιστούμε και τη πορεία της τουρκικής οικονομίας εκτός από το δυσοίωνο μέλλον των τουρκοαμερικανικών σχέσεων.

Σε κάθε περίπτωση, εάν υλοποιηθεί η έλευση των Ρωσικών S-400 από τη Τουρκική Αεροπορία θα δημιουργήσει πρόσθετους επιχειρησιακούς πονοκεφάλους στη Π.Α που θα αντιμετωπιστούν από την προμήθεια νέων όπλων ακριβείας μακράς ακτίνας. Μένει να δούμε εάν γίνεται να συνυπάρξουν τα αμερικανικά αεροσκάφη πέμπτης γενιάς F-35A με τα Ρωσικά αντιαεροπορικά S-400, κάτι που φαίνεται αρκετά δύσκολο. Υπενθυμίζεται ότι τον Δεκέμβριο του 2017 Ρωσία και Τουρκία υπέγραψαν διακρατική συμφωνία ύψους 2,5 δις δολαρίων για τη προμήθεια δύο συστοιχιών των τεσσάρων μονάδων βολής έκαστο.

Σημειώνεται, ότι στις 21 Ιουνίου 2018 παραδόθηκε το πρώτο F-35A στη Τουρκική Αεροπορία αλλά παραμένει επί αμερικανικού εδάφους. Αναμένεται η παράδοση ακόμα ενός. Ορόσημο είναι ο Σεπτέμβριος του 2019 όπου τα πρώτα δύο F-35A αναμένεται να μεταβούν στη Τουρκία.

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμά η Τουρκική Αεροπορία πρόκειται να παραλάβει συνολικώς 30 F-35A που αφορούν την πρώτη φάση των παραγγελιών σε παρτίδες των 2, 4 και τρείς των 8 αεροσκαφών κατ΄ έτος μέχρι το 2022. Ειδικότερα:

2018: 2 μαχητικά F-35

2019: 4 μαχητικά F-35

2020: 8 μαχητικά F-35

2021: 8 μαχητικά F-35

2022: 8 μαχητικά F-35

Με προοπτική επιπλέον 70 αεροσκαφών.

Ως εκ τούτων η δύναμη της Τουρκικής Αεροπορίας το 2025 θα ανέρχεται σε 197 εκσυγχρονισμένα F-16, 30 F-16 Block 30 καθώς και 30 αεροσκάφη πέμπτης γενιάς F-35 Α. Σύνολο: 257 αεροσκάφη. Δεν αποκλείεται να λάβει χώρα απόσυρση των 30 τουρκικών F-16 Block 30 σε προγενέστερο χρόνο και έτσι η οροφή της Τουρκικής Αεροπορίας να διαμορφωθεί αντί των 257 αεροσκαφών στα 227 αεροσκάφη.

Όμως όλα αυτά με τη προϋπόθεση πως η Τουρκική Αεροπορία θα παραλάβει τα F-35 και δεν θα υπάρξουν επιπρόσθετες επιπλοκές στο πρόγραμμα ελέω των σχέσεων ΗΠΑ – Τουρκίας, του παράγοντα S-400 και της τουρκικής οικονομίας. Όπως όλα δείχνουν η αλαζονεία, η υπεροψία και ο μεγαλοϊδεατισμός της Τουρκίας που πηγάζουν από τις νεοθωμανικές βλέψεις του Τούρκου προέδρου έχουν δημιουργήσει τα αντίθετα αποτελέσματα από τα αναμενόμενα. Άλλωστε ιστορικώς η απομόνωση της Τουρκίας από τον αγγλοσαξονικό παράγοντα έχει φέρει τη χώρα μας ποικιλοτρόπως ωφελημένη σε πολιτικό, διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο.

Σε κάθε περίπτωση ακόμα και με το πρίσμα των παραπάνω εξελίξεων που δίνει χρόνο στην ελληνική πλευρά περιθώρια εφησυχασμού δεν υπάρχουν. Ασφαλώς και μεγαλύτερη απειλή για τη Π.Α είναι τα αεροσκάφη χαμηλής παρατηρησιμότητας F-35A δίχως να υποτιμούμε την απειλή των S-400 που έρχονται να καλύψουν ένα κρίσιμο κενό που μέχρι πρότινος υφίσταντο. Αυτό της ύπαρξης αντιαεροπορικών συστημάτων μεγάλου βεληνεκούς. Το ζήτημα του εγχώριας σχεδίασης τουρκικού μαχητικού παραμένει ένας γρίφος κυρίως ως προς το σκέλος του χρονοδιαγράμματος καθώς σύμφωνα με τις προβλέψεις αναμένεται το πρωτότυπο αεροσκάφος να εκτελέσει τη παρθενική του πτήση το 2023 ενώ το 2029 να αρχίσει η παραγωγή του τουρκικού μαχητικού με στόχο το 2031 να έχουν παραδοθεί τα πρώτα. Το εγχώριο πρόγραμμα σχεδίασης και ανάπτυξης μαχητικού για τη Τουρκία είναι κάτι πολύ φιλόδοξο και εμπεριέχει μεγάλο τεχνικό ρίσκο που συνεπάγεται καθυστερήσεις ενώ απαιτεί ικανούς οικονομικούς πόρους σε μια αμφίβολη τουρκική οικονομία. Όμως βλέποντας τα πρόσφατα επιτεύγματα της Τουρκικής Αμυντικής Βιομηχανίας και ειδικότερα της ναυπηγικής το ζήτημα ναι μεν πρέπει να μας προβληματίζει αλλά όχι σε βαθμό να το υπερτιμάμε.

Ιδιαίτερα θετική εξέλιξη για την ελληνική πλευρά ήταν η απόφαση για τον εκσυγχρονισμό των F-16 που θα αρχίσει να αποδίδει τα πρώτα F-16 Viper περί το 2022 με 2023 με ρυθμό της τάξης των 10-12 αεροσκαφών ανά έτος σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΕΑΒ. Ο εκσυγχρονισμός των ελληνικών F-16 προσδίδει ανωτερότητα απέναντι στα τουρκικά όμως πρέπει να συνοδευτεί και με νέα όπλα και ατρακτίδια όπως κατ’ επανάληψη έχουμε αναφέρει. Όμως σε καμία περίπτωση η Π.Α δεν πρέπει να χάσει επιπλέον χρονικά περιθώρια για την μετάβαση στο ΜΝΑ που θα προσφέρει αφενός τεχνολογικές καινοτομίες που μεταφράζονται σε ποιοτική ισχυροποίηση καθώς και την απαραίτητη ώθηση σε επίπεδο οροφής – αριθμού δυνάμεων. Αμφότερα θα διατηρήσουν το αεροπορικό ισοζύγιο σε ένα πολύ ικανοποιητικό επίπεδο. Κλείνοντας, κάτι το οποίο θέλουμε να τονίσουμε είναι για το ζήτημα των νέων ραντάρ για το δίκτυο του Συστήματος Αεροπορικού Ελέγχου ικανά να εντοπίζουν στόχους χαμηλού ηλεκτρομαγνητικού ίχνους. Αναλυτικά αυτό το θέμα, θα μας απασχολήσει προσεχώς.