Ο Στρατηγικός Διάλογος που εγκαινιάσθηκε πριν λίγες ημέρες στην Ουάσιγκτον ήταν μία σοβαρή καμπή στις διμερείς σχέσεις. Μπορεί ο Κατρούγκαλος να μην ήταν ο καταλληλότερος εκπρόσωπος της Ελλάδας, αλλά οι Αμερικανοί είναι πρακτικοί άνθρωποι. Θα προτιμούσαν να έχουν συνομιλητή κάποιον που να καταλαβαίνει καλύτερα από γεωπολιτική, αλλά έτσι όπως ήλθαν τα πράγματα δεν είχαν άλλη επιλογή. Παρότι οι Αμερικανοί υπουργοί Εξωτερικών δεν συνηθίζουν να συνομιλούν με αναπληρωτές, οΠομπέο παρέκαμψε το εμπόδιο και έχει κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένος από τοαποτέλεσμα. Το ίδιο και η ελληνική πλευρά.

Γράφει ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΥΓΕΡΟΣ για το SL PRESS

Παρά την έξοδό της από τα Μνημόνια, η Ελλάδα παραμένει στην οικονομική μέγγενη, με ό,τι αυτό σημαίνει στο επίπεδο της στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος. Υπάρχουν, όμως,εξελίξεις που πιθανότατα να ανοίξουν μια θετική προοπτική. Για τη Δύση, η Ελλάδα ήταν παραδοσιακά μια χώρα δεύτερης γραμμής. Η χώρα πρώτης γραμμής στο δυτικό σύστημα ασφάλειας ήταν η Τουρκία από την ένταξη και των δύο στο ΝΑΤΟ στις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Όταν η Ουάσινγκτον συνειδητοποίησε ότι οι νεοοθωμανοί του Ερντογάν δεν είναι αυτό που νόμιζε, άρχισε να κάνει δεύτερες σκέψεις. Αρχικά, οι Αμερικανοί πίστευαν ότι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ερντογάν αντιπροσώπευε το μετριοπαθές φιλοδυτικό πολιτικό Ισλάμ, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρότυπο για όλο τον μουσουλμανικό κόσμο.

Υπενθυμίζουμε ότι στην αρχή της θητείας του ο Ομπάμα είχε επισκεφθεί το Κάιρο και την Κωνσταντινούπολη για να στείλει αυτό το μήνυμα. Η θεώρηση αυτή έχει προ πολλού καταρρεύσει. Τα γεγονότα, όπως πάντα, είναι πεισματάρικα. Οι κάθε είδους ιδεοληψίες δοκιμάζονται και συχνά συντρίβονται όταν συγκρούονται με την πραγματικότητα.

Όταν ο Ερντογάν κέρδισε τον άτυπο εσωτερικό πόλεμο με το βαθύ κεμαλικό κράτος και κυριάρχησε στην τουρκική πολιτική σκηνή, άρχισε να ξεδιπλώνει τη δική του πολιτική ατζέντα. Δρομολόγησε όχι μόνο την ισλαμοποίηση της Τουρκίας, αλλά και το σχέδιό του για πολιτική χειραφέτηση, εάν όχι αυτονόμηση από τη Δύση. Όταν,λοιπόν, η Τουρκία άρχισε να διολισθαίνει απομακρυνόμενη, άρχισαν και οι Δυτικοί να την βλέπουν διαφορετικά.

Τυπικά δεν έχει αλλάξει τίποτα. Η Τουρκία παραμένει χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ. Στην πραγματικότητα, όμως, έχει αλλάξει ο τρόπος, με τον οποίο οι Δυτικοί βλέπουν την Τουρκία. Η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας είναι προσχηματική. Ούτε η ΕΕ θέλει την Τουρκία στους κόλπους της, αλλά ούτε και η Τουρκία είναι πια ένθερμη όσον αφορά την ένταξή της.

Το πραξικόπημα και η κρίση εμπιστοσύνης

Όπως εδώ και μερικά χρόνια έχω επανειλημμένως υπογραμμίσει, η σταδιακή αλλαγή του τρόπου που οι Δυτικοί βλέπουν την Τουρκία αλλάζει σταδιακά και τον τρόπο που βλέπουν την Ελλάδα. Αυτό ισχύει κυρίως για τους Αμερικανούς, οι οποίοι έχουν πιο σφαιρική ματιά και όχι τη στενά οικονομίστικη ματιά της ΕΕ. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα αναδεικνύεται δυνητικά σε χώρα πρώτης γραμμής.

Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι αρχίζουν να αντιμετωπίζουν την Ελλάδα όχι αποκλειστικά και μόνο ως μια τυπική χώρα-μέλος της ΕΕ. Την αντιμετωπίζουν ως χώρα με ειδικό γεωπολιτικό ενδιαφέρον. Αυτό φάνηκε στα τελευταία χρόνια της θητείας του Ομπάμα. Υπενθυμίζουμε τις παρεμβάσεις των Αμερικανών υπουργών Οικονομικών Γκάιτνερ και Λιού προς το Βερολίνο. Οι παρεμβάσεις εκείνες είχαν σκοπό να αποτρέψουν το ενδεχόμενο οικονομικής κατάρρευσης της Ελλάδας και τη μετατροπή της σε γεωπολιτική μαύρη τρύπα. Οι Αμερικανοί δεν θέλουν να σπάσει ο ελληνικός κρίκος που αποδεικνύεται ολοένα και πιο σημαντικός για το δυτικό σύστημα ασφαλείας.

Όλα αυτά έγιναν επί Ομπάμα. Επί Τράμπ; Μπορεί ο σημερινός πρόεδρος να άλλαξε πολλά στην αμερικανική πολιτική, αλλά όχι στο συγκεκριμένο. Όπως και η προεδρία Ομπάμα, έτσι και η δική του προσπάθησε να επαναφέρει την Τουρκία στο δυτικό «μαντρί». Οι αμερικανικές προσπάθειες, όμως, προσέκρουσαν στην ουσιαστικά αρνητική στάση του Ερντογάν, ο οποίος, ειδικά μετά το πραξικόπημα του 2016, δεν έχει πλέον καμία εμπιστοσύνη στους Αμερικανούς. Θεωρεί πως αυτοί ήταν οι ενορχηστρωτές.

Μπορεί η αφετηρία του αμερικανοτουρκικού ρήγματος να ήταν η συμμαχία της Ουάσιγκτον με τους Κούρδους της Συρίας (παρακλάδι του ΡΚΚ), σε συνδυασμό με την τάση χειραφέτησης-αυτονόμησης του Ερντογάν από τη Δύση, αλλά μετά το πραξικόπημα η έλλειψη εμπιστοσύνης έχει καταστήσει το χάσμα αγεφύρωτο. Αυτή ήταν η εκτίμηση που είχα από τότε διατυπώσει ξεκάθαρα με όλες τις γεωπολιτικές συνέπειες που αυτή έχει στο ελληνοτουρκικό μέτωπο.

Τα τρία μέτωπα και η Ελλάδα

Τα τρία μέτωπα που απασχολούν την αμερικανική εξωτερική πολιτική με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είναι τα εξής:

Πρώτον, το μέτωπο έναντι της Ρωσίας και της Κίνας.

Δεύτερον, οι ευρωαμερικανικές σχέσεις.

Τρίτον, η Μέση Ανατολή.

Το δεύτερο και το τρίτο μέτωπο τα συνδέει ο κρίκος Ελλάδα.

Όπως προανέφερα, ο Ερντογάν, πιστεύει ότι το πραξικόπημα τον Ιούλιο 2016 το έκαναν οι Αμερικανοί. Όταν κατηγορεί τον Γκιουλέν εννοεί τη CIA. Είναι ένα είδος κωδικού καταγγελίας. Αυτός είναι ο λόγος, μεταξύ άλλων, που το άνοιγμα προς τον Πούτιν με σκοπό την αποκατάσταση των ρωσοτουρκικών σχέσεων, μετατράπηκε σε γεωπολιτικό εναγκαλισμό.

Εξαρχής υποστήριζα ότι το παιχνίδι ισορροπίας του Τούρκου προέδρου μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας είχε ημερομηνία λήξεως. Μετά από μία μακρά περίοδο ανοχής των κατά καιρούς επιθετικών δηλώσεων του Ερντογάν, με αφορμή την υπόθεση του πάστορα Μπράνσον, ο πρόεδρος Τραμπ διέβη τον Ρουβίκωνα. Επέβαλε κυρώσεις και δασμούς και κυρίως είχε ήδη παρασκηνιακά δρομολογήσει κινήσεις υπονόμευσης της τουρκικής οικονομίας, οι οποίες και επιτάχυναν την κατακόρυφη πτώση της τουρκικής λίρας.

Προφανώς, το αμερικανοτουρκικό μπραντεφέρ δεν έχει ακόμα τελειώσει. Στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα, όμως, τα περιθώρια για έναν ισορροπημένο συμβιβασμό έχουν σχεδόν μηδενισθεί. Μόνο εάν ο Ερντογάν ουσιαστικά παραδοθεί, θα ανακοπεί η δυναμική των πλαγιοκοπήσεων που έχει δρομολογήσει η Δύση. Το ενδεχόμενο παράδοσης θεωρητικά δεν μπορεί να αποκλεισθεί, αλλά η μέχρι τώρα συμπεριφορά του Τούρκου προέδρου δεν συνηγορεί υπέρ αυτής της προοπτικής. Ο ίδιος, άλλωστε,έχει συνείδηση πως εάν παραδοθεί έχει τελειώσει πολιτικά.

Ιστορική ευκαιρία

Οι εξελίξεις αυτές αναβαθμίζουν εκ των πραγμάτων τη σημασία της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή. Εάν βαθύνει το αμερικανοτουρκικό ρήγμα, οι ΗΠΑ δεν θα έχουν άλλη επιλογή από το να αναδείξουν την Ελλάδα σε χώρα πρώτης γραμμής, για πρώτη φορά μεταπολεμικά. Το γεγονός ότι υπάρχουν τα δύο τρίγωνα στην Ανατολική Μεσόγειο(Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ και Ελλάδα-Κύπρος-Αίγυπτος) συμβάλει και διευκολύνει αυτή την προοπτική. Με άλλα λόγια, υπάρχουν οι υποδοχές για να αναπτυχθεί ένας γεωπολιτικός ρόλος για την Ελλάδα, ο οποίος θα έχει τις ευλογίες της Ουάσινγκτον. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Αμερικανοί όχι μόνο ευνοούν τις τριμερείς συνεργασίες, αλλά και σε ορισμένα ζητήματα συμμετέχουν κιόλας.

Προφανώς, η μπίλια ακόμα δεν έχει καθίσει, αλλά η τάση είναι σαφής και η αλυσίδα των γεγονότων την επιβεβαιώνει. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική, άλλωστε, δεν αλλάζει ριζικά από τη μία στιγμή στην άλλη. Θυμίζει τάνκερ που για να στρίψει πρέπει να κάνει ένα μεγάλο κύκλο. Παίρνει χρόνο όχι μόνο για να ληφθεί η απόφαση για στρατηγικού χαρακτήρα αναθεώρηση, αλλά και η προσαρμογή του γραφειοκρατικού μηχανισμού του Στέιτ Ντηπάρτμεντ, του Πενταγώνου, της CIA κλπ.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να μην εμπλακεί στην αμερικανοτουρκική αντιπαράθεση, την οποία, άλλωστε, δεν μπορεί να επηρεάσει. Αναμένοντας, έχει συμφέρον να διατηρεί χαμηλά τη θερμοκρασία στο Αιγαίο. Όσον αφορά δε τη Λευκωσία, θα πρέπει κι αυτή να μην βιάζεται για έναρξη συνομιλιών για το Κυπριακό πριν ξεκαθαρίσει το τοπίο. Εάν η Ουάσιγκτον τα σπάσει οριστικά με την Άγκυρα, υποχρεωτικά θα αλλάξει και η θεώρησή της για το Κυπριακό.

Για να πορέσει να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες και να παίξει σημαντικό ρόλο, η Ελλάδα πρέπει να απαντήσει στις προκλήσεις που αφορούν στην ίδια την εθνική της ασφάλεια. Στην ιστορία οι ευκαιρίες δεν είναι πολλές. Δίνονται λίγες. Για να αξιοποιηθούν οι ευκαιρίες, όμως, χρειάζονται επεξεργασμένες πρωτοβουλίες από το πολιτικό σύστημα που διαχειρίζεται τις τύχες μιας χώρας.

Όλα δείχνουν πως για την Ελλάδα έχουν αρχίσει να υπάρχουν γεωπολιτικές ευκαιρίες. Η έναρξη του Στρατηγικού Διαλόγου με τις ΗΠΑ είναι μία τέτοια ευκαιρία, με την έννοια ότι ανοίγει ο δρόμος. Η αμερικανική πλευρά δείχνει διατεθειμένη να βαδίσει σ’ αυτόν τον δρόμο. Υπάρχουν, ωστόσο, βάσιμες αμφιβολίες για το αν το παρόν πολιτικό σύστημα είναι σε θέση να αξιοποιήσει αυτές τις ευκαιρίες κατά τρόπο που να εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα.

Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να υπηρετήσει τη δική της στρατηγική και το κάνει. Το ίδιο πρέπει να πράξει και η Αθήνα, δεδομένου ότι για πρώτη φορά υπάρχει σύγκλιση συμφερόντων. Εξ ου και ο Στρατηγικός Διάλογος. Προφανώς, η Αθήνα δεν εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα, λέγοντας απλώς ναι στους Αμερικανούς. Πρέπει να επεξεργασθεί ένα ρεαλιστικό σχέδιο για τον τρόπο που αυτή η σύγκλιση μπορεί να αποβεί εθνικά επωφελής. Ο τρόπος που το πολιτικό μας σύστημα αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις και τον ρόλο της Ελλάδας δεν βοηθάει. Η παράδοση του κράτους-πελάτη ήταν και παραμένει ισχυρή.

ΠΗΓΗ: SL PRESS