Οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις και εντάσεις έχουν αυξήσει σημαντικά την αξία και το ρόλο των ελεύθερων σκοπευτών. Η εμπειρία δείχνει ότι ακόμη και λίγοι σε αριθμό, καλά εκπαιδευμένοι και εξοπλισμένοι ελεύθεροι σκοπευτές μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα μια μάχη. Μετά το 1945 πολλοί Στρατοί δεν επένδυσαν ιδιαίτερα στη δημιουργία και την εκπαίδευση ελεύθερων σκοπευτών εκτιμώντας ότι σε μια μεγάλης κλίμακας σύγκρουση αποφασιστικό ρόλο θα έπαιζαν οι μεγάλοι μηχανοκίνητοι και τεθωρακισμένοι σχηματισμοί, υποστηριζόμενοι από ισχυρές αεροπορικές δυνάμεις.

Ο Σοβιετικός Στρατός, ο οποίος κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είχε εξαιρετικούς ελεύθερους σκοπευτές, αναγκάστηκε να ξεκινήσει, σχεδόν από το μηδέν, τη εφαρμογή εκπαιδευτικών προγραμμάτων για ελεύθερους σκοπευτές, μετά τα σκληρά μαθήματα από τις συγκρούσεις στην Τσετσενία, όταν ο Ρωσικός Στρατός συνειδητοποίησε ότι είχε κάνει μεγάλο λάθος να εγκαταλείψει τους ελεύθερους σκοπευτές. Το ίδιο συνέβη και με τον Αμερικανικό Στρατό, αν και σε μικρότερο βαθμό, ο οποίος αναγκάστηκε σε μια «οδυνηρή αφύπνιση» κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Αλλά τι είναι ο ελεύθερος σκοπευτής; Στρατιώτης με τυφέκια και τηλεσκοπικές διόπτρες είναι ελεύθεροι σκοπευτές ή ακροβολιστές (Designated Marksman, κατά τον Αμερικανικό Στρατό). Η διαφορά των δύο είναι ότι ο ακροβολιστής είναι μέλος μιας Ομάδας Πεζικού, ενώ ο ελεύθερος σκοπευτής και ο βοηθός του αποτελούν Ομάδα από μόνοι τους. Ο ρόλος των ακροβολιστών είναι να επεκτείνουν το δραστικό πυρ πέρα από το δραστικό βεληνεκές των ατομικών και ομαδικών όπλων της Ομάδας Πεζικού. Ο ρόλος του ελεύθερου σκοπευτή είναι να δρα ανεξάρτητα και να προσβάλει κρίσιμους στόχους όπως ελεύθερους σκοπευτές του εχθρού, ηγήτορες, στοιχεία πυρός (πολυβόλα, αντιαρματικά κ.ά.) και γενικά να παράγει «ψυχολογικό» αποτέλεσμα και το αίσθημα του «τρόμου των ελεύθερων σκοπευτών» (πανικός και μείωση του ηθικού).

Το άρθρο εξετάζει τους ελεύθερους σκοπευτές του Ρωσικού και του Αμερικανικού, σε επίπεδο Τάγματος.

Ρωσία

Το τυφέκιο SVD υιοθετήθηκε το 1963 και ήταν το πρώτο ημί-αυτόματο τυφέκιο ελεύθερου σκοπευτή στον κόσμο. Μέχρι τότε, αλλά και για αρκετά ακόμα χρόνια στη Δύση, τα τυφέκια ελεύθερων σκοπευτών ήταν κοινά τυφέκια εφόδου, ακόμα και τυφέκια κυνηγιού επιλεγμένα για την ακρίβεια τους. Το SVD είναι γνωστό για το χαμηλό του κόστος, την απλότητα στην συντήρηση του, την καλή εργονομία του και την αξιοπιστία του. Χρησιμοποιείται από τον Ρωσικό Στρατό και άλλους στρατούς, αλλά και σώματα ασφαλείας, ανά τον κόσμο.

Οι πόλεμοι στην Τσετσενία αποκάλυψαν τα μειονεκτήματα και τους περιορισμούς του SVD στα σενάρια εμπλοκής του σημερινού πεδίου μάχης. Ένα απ’ αυτά, ίσως το σημαντικότερο είναι η ακαταλληλότητα του για επιχειρήσεις εντός αστικών περιοχών, όπου η δυνατότητες κάλυψης του εχθρού είναι πολλαπλές. Το SVD έχει χαμηλά ποσοστά ακρίβεια πάνω από τα 700 μέτρα, ενώ το σκοπευτικό PSO-1 (με μέγιστη μεγέθυνση x 4) δεν επιτρέπει βολές ακριβείας πάνω από τα 400 μέτρα. Επιπλέον τα πυρομαχικά που χρησιμοποιεί δεν διαθέτουν την αναγκαία διατρητική ικανότητα για να προσβάλει στόχους, κρυμμένους πίσω από τοίχο, για παράδειγμα.

Τα Μηχανοκίνητα Τάγματα του Ρωσικού Στρατού είναι εξοπλισμένα είτε με ερπυστριοφόρα της οικογένειας BMP είτε με τροχοφόρα της οικογένειας BTR. Κάθε Τάγμα αποτελείται από τρείς (3) Λόχους, κάθε Λόχος από τρείς (3) Διμοιρίες και κάθε Διμοιρία από τρείς (3) Ομάδες και μια Ομάδα Διοίκησης. Τα BMP-2 και BMP-3 είναι εξοπλισμένα με πυροβόλο των 30 χιλιοστών ή με πυροβόλο των 100 χιλιοστών με δυνατότητα εκτόξευσης αντιαρματικών βλημάτων. Τα BTR είναι ελαφρύτερα οπλισμένα με πολυβόλο KPVT των 14,5 χιλιοστών και με συζυγές πολυβόλο των 7,62 χιλιοστών. Μόνο οι εκδόσεις BTR-80A/82A ενσωματώνουν πυροβόλο των 30 χιλιοστών.

Σύμφωνα με τον ΠΟΥ (Πίνακας Οργάνωσης Υλικού) του Ρωσικού Στρατού, μια Μηχανοκίνητη Διμοιρία Πεζικού, με οχήματα της οικογένειας BTR διαθέτει τέσσερις (4) ακροβολιστές, ένας (1) ανά Ομάδα συν ένας (1) στην Ομάδα Διοικήσεως. Συνολικά, ο Λόχος διαθέτει 12 ακροβολιστές και 36 το Τάγμα. Η Μηχανοκίνητη Διμοιρία Πεζικού, με οχήματα της οικογένειας BMP, διαθέτει έναν (1) ακροβολιστή στην Ομάδα Διοικήσεως, δηλαδή τρείς (3) στον Λόχος και εννέα (9) στο Τάγμα.

Η διαφοροποίηση αυτή προκύπτει από την αντίληψη ότι τα BMP δεν είναι οχήματα υποστήριξης, αλλά κύριο οπλικό σύστημα, το οποίο αναλαμβάνει σημαντικό βάρος από τις αποστολές μάχης υπέρ της Ομάδας Πεζικού που μεταφέρει. Οι ακροβολιστές των Ταγμάτων BTR χρειάζονται για να επαυξήσουν την ισχύ πυρός του Τάγματος, καθώς τα BTR δεν έχουν την ίδια ισχύ πυρός με τα BMP. Το κύριο μειονέκτημα αυτής της διαμόρφωσης είναι η απουσία επαγγελματιών ελεύθερων σκοπευτών στα Μηχανοκίνητα Τάγματα του Ρωσικού Στρατού, ενώ υπάρχει και απουσία τυφεκίων μεγάλου διαμετρήματος ή συνοδών ελεύθερων σκοπευτών με αποστολή τον εντοπισμό και την κατάδειξη στόχων. Στη δεκαετία του 2000 η Ρωσία είχε ανακοινώσει σχέδια δημιουργίας εξειδικευμένων ομάδων ελεύθερων σκοπευτών σε επίπεδο Τάγματος, αλλά δεν είναι γνωστό αν προχώρησε αυτή η πρωτοβουλία.

Συνοπτικά, η Ρωσική Αμυντική Βιομηχανία διαθέτει ικανά τυφέκια ελεύθερων σκοπευτών, μέσου και μεγάλου βεληνεκούς, ικανά και δοκιμασμένα σε πραγματικές συνθήκες μάχης. Αν και τα Τάγματα BTR και BMP του Ρωσικού Στρατού διαθέτουν ικανό αριθμό ακροβολιστών, ωστόσο δεν διαθέτουν εξειδικευμένους ελεύθερους σκοπευτές, κάτι που μειώνει την ικανότητα τους να αντιμετωπίσουν τον εχθρό σε μεγάλες αποστάσεις, πέραν του βεληνεκούς των τυπικών τυφεκίων εφόδου.

ΗΠΑ

Ο Αμερικανικός Στρατός αναγνώρισε, στην πράξη, την ανάγκη διάθεσης ακροβολιστών, σε επίπεδο Ομάδας, από την εμπειρία στο Αφγανιστάν όπου οι αμερικανικές δυνάμεις δέχονταν έντονα και πυκνά πυρά από αποστάσεις 300-500 μέτρων. Στον Αμερικανικό Στρατό ο ακροβολιστής χρησιμοποιεί το τυφέκιο M4 με ενσωματωμένο σκοπευτικό σύστημα, και δυνατότητα εκτέλεσης εύστοχων βολών στα 600 μέτρα. Ορισμένες μονάδες του Αμερικανικού Στρατού χρησιμοποιούν και τυφέκια M14. Αμφότερα τα M4 και M14 είναι παλαιές σχεδιάσεις που ναι μεν έχουν αναβαθμιστεί εκτεταμένα αλλά βρίσκονται στο όριο των δυνατοτήτων περεταίρω εξέλιξης-αναβάθμισης.

Μια λύση που υιοθετήθηκε είναι η αναβάθμιση των M14 (M14SE, Μ39 EMR) για εύστοχες βολές έως τα 800 μέτρα. Η 3η Μεραρχία Πεζοναυτών χρησιμοποιεί μια αναβαθμισμένη έκδοση του M-16A4 rifles, γνωστή ως SDM-R (Squad Designated Marksman Rifle), με κάνη ανοξείδωτου ατσαλιού, νέο φλογοκρύπτη και σκοπευτικά, επένδυση Picatinny και δίποδα. Το SDM-R ενδείκνυται για εύστοχες βολές μέχρι και τα 1.000 μέτρα.

Συγκριτικά με το τυφέκιο M-16, το M4 έχει μικρότερες διαστάσεις και είναι πιο εύχρηστο για στρατιώτες εντός τεθωρακισμένων οχημάτων ή ελικόπτερων. Εξίσου ικανά είναι και σε μάχη εντός κατοικημένων περιοχών. Η μικρότερου μήκους κάνη των Μ4 σημαίνει μικρότερο δραστικό βεληνεκές, κάτι που δεν ενδείκνυται για μάχη σε ανοιχτό πεδίο ή ορεινές περιοχές. Επίσης υπάρχουν παράπονα για την αξιοπιστία και την εργονομία του, τα οποία οδήγησαν σε νέο πρόγραμμα αναβάθμισης τους με βαρύτερη κάνη, προσθήκη δυνατότητας πλήρους αυτόματης βολής και κατάργηση της διαμόρφωσης εκτέλεσης βολής-ριπής τριών (3) φυσιγγίων.

Σήμερα οι Ταξιαρχίες του Αμερικανικού Στρατού (BCT : Brigade Combat Team, Πεζικού, Μηχανοκίνητου Πεζικού με οχήματα Stryker και Τεθωρακισμένες) έχουν μια πιο σύνθετη οργάνωση, σε επίπεδο Τάγματος, σε σχέση με το Ρωσικό Στρατό. Οι ακροβολιστές υπάρχουν σε επίπεδο Ομάδας και εξοπλίζονται με τροποποιημένα τυφέκια εφόδου. Ο Λόχος Διοικήσεως του Τάγματος διαθέτει μια (1) Ομάδα Ελεύθερων Σκοπευτών με τυφέκια μέσου και μεγάλου διαμετρήματος, ενώ σε επίπεδο Λόχου διατίθεται μια Ομάδα Ελεύθερων Σκοπευτών απευθείας στον Διοικητή.

Ο Λόχος Διοικήσεως του Τάγματος της Μηχανοκίνητης Ταξιαρχία (Stryker) διαθέτει μια (1) Ομάδα Ελεύθερων Σκοπευτών, αποτελούμενη από δύο (2) τμήματα, έκαστο με τρείς (3) στρατιώτες, δηλαδή σύνολο επτά (7) στρατιώτες. Κάθε τμήμα ένας (1) στρατιώτης είναι αυτός που εντοπίσει-καταδεικνύει στόχους, ένας (1) είναι ο σκοπευτής και ο τρίτος παρέχει κάλυψη στη τμήμα. Ο οπλισμός αποτελείται από τυφέκια M-107 των 12,7 χιλιοστών (έκδοση του Barrett M-82) για εμπλοκή στόχων πέραν των 800 μέτρων και M-110 των 7,62 χιλιοστών για εμπλοκή στόχων έως τα 800 μέτρα, ο στρατιώτης που παρέχει κάλυψη χρησιμοποιεί τυφέκια M-16 ή M4 με βομβιδοβόλο M-203 των 40 χιλιοστών. Οι Λόχοι, στις Διμοιρίες Διοικήσεως, διαθέτουν ένα (1) τμήμα ελεύθερων σκοπευτών ίδιας οργάνωσης και εξοπλισμού. Συνεπώς κάθε Τάγμα διαθέτει 16 στρατιώτες (5 τμήματα) με την ειδικότητα του ελεύθερου σκοπευτή.

Το Εγχειρίδιο Εκστρατείας (ΕΕ) FM 3-21.8 (FM 7-8) του Αμερικανικού Στρατού («The Infantry Rifle Platoon and Squad»), αναφέρει ότι εκτός των ελεύθερων σκοπευτών, κάθε Ομάδα διαθέτει και έναν (1) ακροβολιστή, με τυφέκια M-16 ή M4 για βολές έως τα 500-600 μέτρα. Συνολικά το Τάγμα διαθέτει 27 ακροβολιστές, εκτός των 16 ελεύθερων σκοπευτών. Η εμπειρία του Αφγανιστάν και του Ιράκ έχει οδηγήσει σε μια ισορροπία, στον τομέα των ελεύθερων σκοπευτών, τόσο σε επίπεδο δραστικού βεληνεκούς όσο και σε επίπεδο εξοπλισμού. Κάθε Ομάδα έχει έναν (1) ακροβολιστή, κάθε Λόχος έχει ένα (1) τμήμα ελεύθερων σκοπευτών και κάθε Τάγμα έχει μία (1) ομάδα ελεύθερων σκοπευτών. Η απουσία εξειδικευμένου τυφεκίου ακροβολιστών στον Αμερικανικό Στρατό είναι μειονέκτημα. Γι’ αυτό και η χρήση διαφορετικών τυφεκίων. Το M-110 είναι ένα καλό όπλο που ικανοποιεί τις επιχειρησιακές απαιτήσεις.

ΠΗΓΗ: SOUTH FRONT

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: DEFENCEREVIEW.GR

Comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *