Το GlobalEye αποτελεί τη φυσική εξέλιξη του EriEye, το οποίο βρίσκεται σε υπηρεσία στην Πολεμική Αεροπορία (ΠΑ), και αποτελεί την απάντηση της σουηδικής Saab στην ανάγκη για ένα αεροσκάφος πολλαπλού ρόλου με έμφαση στην έγκαιρη προειδοποίηση και τον εντοπισμό στόχων στον αέρα, τη θάλασσα και το έδαφος. Το πρόγραμμα GlobalEye βρίσκεται σε φάση πτητικών δοκιμών, με την τελευταία να πραγματοποιείται με επιτυχία στις 3 Ιανουαρίου (2019). Το ενδιαφέρον την υπόθεσης είναι το GlobalEye προσφέρεται τόσο ως νέο σύστημα, όσο και ως πακέτο αναβάθμισης των EriEye.

Πιστεύουμε ότι η αναβάθμιση των ελληνικών EriEye στο επίπεδο GlobalEye θα ήταν μια εξαιρετική επιλογή για δύο λόγους: (α) Τα EriEye έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά ικανά και αποτελεσματικά συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης στις τάξεις της ΠΑ και (β) Με το GlobalEye η ΠΑ, το Πολεμικό Ναυτικό (ΠΝ) και ο Ελληνικός Στρατός (ΕΣ) θα απολαμβάνουν έγκαιρης προειδοποίησης και κοινή και σε πραγματικό χρόνο τακτική εικόνα στο πεδίο μάχης τους. Για παράδειγμα ο Διοικητής του 4ου Σώματος Στρατού (4 ΣΣ) στη Θράκη θα γνωρίζει σε πιο άξονα κινούνται οι τουρκικές δυνάμεις, άρα θα έχει εικόνα ως προς τον τόπο εκδήλωσης της εχθρικής επίθεσης, άρα θα μπορεί να οργανώσει και συντονίσει τις φίλιες επιχειρήσεις πιο αποτελεσματικά. Ανάλογη εικόνα θα έχει και το ΠΝ για τις κινήσεις των τουρκικών πλοίων.

Με το νέο πανίσχυρο ραντάρ AESA που λειτουργεί στην ζώνη συχνοτήτων S και είναι τεχνολογίας στοιχείων νιτριδίου του γαλλίου (GaN) η εμβέλεια αποκάλυψης στόχων RCS επιπέδου F-16 Fighting Falcon είναι πάνω από τα 450 χιλιόμετρα! Παράλληλα, το αεροσκάφος-φορέας, διατηρεί την ικανότητα να έχει εικόνα επιφανείας εντοπίζοντας ακόμα και μικρές λέμβους στην επιφάνεια της θάλασσας… Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το GlobalEye λειτουργεί με κάλυψη 360 μοιρών όπως συμβαίνει και με τα τουρκικά ιπτάμενα ραντάρ.

To νέο σουηδικό ραντάρ είναι ικανό να εντοπίζει στόχους χαμηλού ηλεκτρομαγνητικού ίχνους όπως είναι τα F-35 Lightning II ή τα τουρκικά UAV. Και εξηγούμαστε: Ως φερόμενα σε ιπτάμενες πλατφόρμες αμφότερα το Erieye και GlobalEye έχουν τη δυνατότητα σάρωσης μιας συγκεκριμένης περιοχής ή ενός σημείου υπό διαφορετικές γωνίες και διοπτεύσεις. Επίσης, ως συστήματα παρέχουν τη δυνατότητα εντοπισμού στόχων σε διαφορετικές αποστάσεις μέσω της αυξομείωσης της ισχύος εκπομπής τους και της διαφοροποίησης της συχνότητας του εκπεμπόμενου σήματος. Όλα αυτά σε συνδυασμό με το ότι το F-35, όπως και κάθε σχεδίαση χαμηλής παρατηρησιμότητας (Stealth), παρουσιάζουν μεγαλύτερο ηλεκτρομαγνητικό ίχνος πλευρικά και στο τόξο των 180 μοιρών πίσω από το αεροσκάφος σε σχέση με τη μετωπική τους επιφάνεια, καθιστούν τα ιπτάμενα ραντάρ πραγματικό πολλαπλασιαστή ισχύος όχι μόνο για τη ΠΑ αλλά γενικά για τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Τα ΑΣΕΠΕ για τη ΠΑ είναι πραγματικά πολύτιμες πλατφόρμες. Μπορούν να λειτουργήσουν ως κέντρα επιχειρήσεων καθοδηγώντας COMAO έως πλατφόρμες στοχοποίησης και ηλεκτρονικού πολέμου (ΕLINT/SIGINT). Αποτελούν τη καρδιά του ΣΑΕ και μέσω Link-16 μπορούν να δίνουν εικόνα σε στρατηγεία, σήμερα με Link-11B και μελλοντικά με Link-16, και άλλα αεροσκάφη, δημιουργώντας πλήρη και σαφή εικόνα της τακτικής κατάστασης. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που δεν είμαστε υπέρ της λογικής -αν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοια!- πως το F-35 αντιμετωπίζεται μόνο με F-35. Αντίθετα, θεωρούμε πως μια καλά οργανωμένη και πλήρως διασυνδεδεμένη άμυνα που μπορεί να παρέχει τακτική εικόνα σε κάθε πλατφόρμα (είτε αυτή είναι μαχητικό, είτε είναι μονάδα επιφανείας, είτε αντιαεροπορικά όπλα) είναι η απόλυτη λύση για την αντιμετώπιση ακόμα και μαχητικών με χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας (χαμηλού RCS). Βασικό συστατικό αυτής της άμυνας είναι τα ΑΣΕΠΕ γι αυτό και εμείς επισημαίνουμε την ανάγκη εκσυγχρονισμού τους.

Η επιχειρησιακή αξία των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης είναι δεδομένη, καθώς, σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου, όλες οι επίγειες εγκαταστάσεις έγκαιρης προειδοποίησης (ραντάρ), τόσο στην ελληνική όσο και στην τουρκική επικράτεια, αναμένεται να αποτελέσουν πρωταρχικούς στόχους, είτε αεροπορικών βομβαρδισμών είτε επίγειων καταδρομών. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που Ελλάδα και Τουρκία έχουν επενδύσει στην απόκτηση αεροσκαφών έγκαιρης προειδοποίησης.

Αλλά δεν είναι μόνο το εμφανές όφελος, σε επίπεδο έγκαιρης προειδοποίησης. Το GlobalEye λειτουργεί και ως σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου, ικανό αντίδοτο στο τουρκικό πρόγραμμα προμήθειας τεσσάρων (4) αεροσκαφών ηλεκτρονικών παρεμβολών, το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη. Συγκεκριμένα, στις 9 Αυγούστου του 2018, η Προεδρία Αμυντικής Βιομηχανίας της Τουρκίας (SSB) υπέγραψε συμβόλαιο με την Aselsan για την υλοποίηση του προγράμματος Hava SOJ. Τα αεροσκάφη του προγράμματος Hava SOJ θα μπορούν να εντοπίζουν και να αναγνωρίζουν τα εχθρικά ραντάρ (επίγεια, εναέρια, αντιαεροπορικών συστημάτων) και τα συστήματα επικοινωνιών, να εντοπίζουν τη θέση τους και στη συνέχεια να τα παρεμβάλλουν με στόχο να τα αδρανοποιούν.

Το πρόγραμμα Hava SOJ είναι παλαιότερο. Ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2009 με την υπογραφή συμβολαίου, ύψους $ 71 εκατομμυρίων, μεταξύ του SSB και της Aselsan για την επιλογή του αεροσκάφους και την ανάπτυξη του πρωτότυπου συστήματος. Το σχετικό αίτημα για την επιλογή του αεροσκάφος εκδόθηκε το 2012, αλλά η επιλογή του νικητή καθυστέρησε μέχρι το 2018. Τελικά στο σχετικό διαγωνισμό επικράτησε η καναδική εταιρία Bombardier και το αεροσκάφος Global 5000. Σύμφωνα με το ισχύον χρονοδιάγραμμα το πρώτο αεροσκάφος θα πρέπει να παραδώσει το 2023, ενώ οι παραδόσεις θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί έως το 2025.

Η ολοκλήρωση του προγράμματος Hava SOJ, σε συνδυασμό με την διάθεση των τεσσάρων (4) αεροσκαφών Boeing 737 AWACS με ραντάρ AESA (πρόγραμμα Peace Eagle), θα επιτρέψουν στην Τουρκία να έχει έγκαιρη προειδοποίηση, αλλά και τα μέσα καταστολής της δικής μας ικανότητας έγκαιρης προειδοποίησης, κάτι που θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Η πλέον συμφέρουσα οικονομικά λύση, καθώς και η ταχύτερη, είναι η αναβάθμισης των ελληνικών EriEye στο επίπεδο GlobalEye. Έτσι διατηρούμε την ικανότητα μας να έχουμε έγκαιρη προειδοποίηση, αποκτούμε και εμείς δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου και παρεμβολών, δηλαδή ακυρώνουμε στην πράξη το τουρκικό πρόγραμμα Hava SOJ και προσθέτουμε το πλεονέκτημα της έγκαιρης προειδοποίησης σε επίπεδο χερσαίων επιχειρήσεων, κάτι που δεν έχει η Τουρκία.

To ελληνικό πρόγραμμα AΣΕΠΕ: H ιστορία μίας απόλυτα επιτυχημένης επιλογής

H σύμβαση, ύψους 174.000.000.000 δραχμών (€ 510.638.200) για την προμήθεια τεσσάρων (4) ραντάρ PS-890 EriEye της σουηδικής Saab, τεχνολογίας AESA, επί ισάριθμων αεροσκαφών EMB-145 της βραζιλιάνικης EMBRAER, υπογράφηκε τον Ιούλιο του 1999. Εκτός από τα τέσσερα (4) συστήματα, η σύμβαση προέβλεπε και την προμήθεια ενός εξομοιωτή εκπαίδευσης με δυνατότητα σχεδιασμού αποστολής και απενημέρωσης προσωπικού, ενός επίγειου συστήματος υποστήριξης ηλεκτρονικών μέτρων υποστήριξης και ενός κέντρου υποστήριξης λογισμικού.

Στο πλαίσιο της παροχής αντισταθμιστικών ωφελημάτων, η ΠΑ παρέλαβε από τη Σουηδία, με καθεστώς ενοικίασης, τον Ιούνιο και το Σεπτέμβριο του 2001 αντίστοιχα, δύο (2) αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης Saab-340B AEW ή S-100B Argus και ένα (1) αεροσκάφος μεταφοράς υψηλών προσώπων ERJ-135LR από την EMBRAER (η ενοικίαση των Saab-340B, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στην εκπαίδευση, τερματίστηκε στα μέσα του 2004).

Σύμφωνα με το αρχικό χρονοδιάγραμμα, το πρώτο αεροσκάφος θα έπρεπε να παραδοθεί στην ΠΑ το Νοέμβριο του 2003, το δεύτερο το Φεβρουάριο του 2004, ενώ το τέταρτο και τελευταίο αεροσκάφος θα έπρεπε να παραδοθεί το Μάιο του 2004. Αντίστοιχα, και σύμφωνα πάντα με το αρχικό χρονοδιάγραμμα, η επίσημη αποδοχή των αεροσκαφών από την ΠΑ θα πραγματοποιούνταν το διάστημα Απρίλιος-Οκτώβριος του 2004. Ωστόσο το πρόγραμμα αντιμετώπισε σημαντική χρονική καθυστέρηση, λόγω της πολυπλοκότητας των διαδικασιών διασύνδεσης όλων των συστημάτων αποστολής του αεροσκάφους.

Έτσι, το πρώτο αεροσκάφος, το οποίο παραδόθηκε στην ΠΑ τον Οκτώβριο του 2003, μεταφέρθηκε στη Σουηδία τον Ιανουάριο του 2004, προκειμένου να εγκατασταθεί σ’ αυτό το ραντάρ και ο λοιπός ηλεκτρονικός εξοπλισμός. Μετά το πέρας των σχετικών εργασιών εγκατάστασης του ραντάρ και του λοιπού ηλεκτρονικού εξοπλισμού, το αεροσκάφος έφτασε στην Ελλάδα, τον Οκτώβριο του 2004. Το δεύτερο αεροσκάφος έφτασε στην Ελλάδα το Δεκέμβριο του 2004, ακολούθησε το τρίτο, το οποίο έφτασε τον Ιανουάριο του 2005, ενώ το τέταρτο και τελευταίο αεροσκάφος έφτασε στην Ελλάδα το Μάιο του 2005.

Κατά τη διάρκεια των δοκιμών αποδοχής των αεροσκαφών διαπιστώθηκαν μια σειρά από τεχνικά προβλήματα, ιδιαίτερα στο κομμάτι της διασύνδεσης των συστημάτων αποστολής των αεροσκαφών. Η επίλυση των προβλημάτων αυτών αποδείχθηκε χρονοβόρα, ιδιαίτερα η διαδικασία ανάπτυξης και πιστοποίησης του σχετικού λογισμικού, και ολοκληρώθηκε στις αρχές του 2008. Ακολούθησε, τον Απρίλιο του 2008, η υπογραφή της τροποποίησης της αρχικής σύμβασης και ακολούθησαν νέες πτητικές δοκιμές αποδοχής των αεροσκαφών, οι οποίες ξεκίνησαν το Μάιο του 2008 και ολοκληρώθηκαν, με απόλυτη επιτυχία, το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Έτσι, το Φεβρουάριο του 2009, πραγματοποιήθηκε στην Ελευσίνα, η επίσημη τελετή ένταξης και των τεσσάρων αεροσκαφών στο δυναμολόγιο της ΠΑ.

Το EriEye επιτυγχάνει μέγιστο βεληνεκές 450 χιλιόμετρα πάνω από ξηρά ή θάλασσα ή 350 χιλιόμετρα εάν ο στόχος έχει της διαστάσεις μαχητικού αεροσκάφους. Το ERJ-145, ως αεροσκάφος Πολιτικής Αεροπορίας, έχει τροποποιηθεί κατάλληλα για στρατιωτική χρήση. Ειδικότερα, η άτρακτος του έχει ενισχυθεί, έχουν τοποθετηθεί νέα συστήματα επικοινωνιών και πλοήγησης, έχει εγκατασταθεί μια εφεδρική μονάδα παροχής ενέργειας, οι εσωτερικές δεξαμενές καυσίμου έχουν διευρυνθεί έτσι ώστε να χωρούν μεγαλύτερη ποσότητα καυσίμου και η εργονομία του εσωτερικού έχει τροποποιηθεί. Το EriEye απαιτεί πλήρωμα 10 ατόμων (κυβερνήτης, συγκυβερνήτης, πέντε χειριστές και τρία άτομα ως εφεδρικό πλήρωμα).

Το cockpit του αεροσκάφους είναι εφοδιασμένο με πέντε οθόνες πολλαπλών λειτουργιών, με σύστημα ένδειξης καλής λειτουργίας των κινητήρων και με ένα σύστημα προειδοποίησης του πληρώματος για πιθανές βλάβες ή αστοχίες των συστημάτων του αεροσκάφους. Στα συστήματα πλοήγησης περιλαμβάνεται το TCAS II (Traffic Alerting and Collision Avoidance), ένα σύστημα προειδοποίησης προσέγγισης εδάφους και ένας ψηφιακός ηλεκτρονικός υπολογιστής διαχείρισης δεδομένων πτήσεων. Ο κυβερνήτης του αεροσκάφους έχει στην διάθεση του σύστημα HUD (Head-Up Display), το οποίο τον βοηθά κατά την φάση της προσέγγισης για προσγείωση. Το αεροσκάφος είναι εφοδιασμένο με δύο κινητήρες τύπου AE-3007H της Rolls-Royce συνολικής ισχύος 2 x 8.600 λιβρών.

Εκτός του ραντάρ PS-890 το EriEye ώς ολοκληρωμένο σύστημα AEW&C, ενσωματώνει ένα δευτερεύον ραντάρ επιτήρησης SSR (Secondary Surveillance Radar), σύστημα IFF (Identification Friend or Foe), σύστημα ηλεκτρονικών αντιμέτρων (ECM) και αντι-αντιμέτρων (ECCM) που ονομάζεται ESM (Electronic Support Measures), σύστημα ζεύξης δεδομένων (Data Link), συστήματα διοίκησης και ελέγχου, πέντε κονσόλες (μπορεί να εφοδιαστεί και με έκτη), ασυρμάτους συχνοτήτων VHF/UHF, σύστημα ενδοεπικοινωνίας καθώς και σύστημα κρυπτογραφικής ζεύξης για ασφαλή μετάδοση δεδομένων. H διασύνδεση όλων αυτών των συστημάτων ήταν ο λόγος των καθυστερήσεων που σημειώθηκαν στο ελληνικό πρόγραμμα AΣΕΠΕ. Η Erickson τότε χρειάστηκε μετά από απαίτηση της Πολεμικής Αεροπορίας να αναπτύξει ειδικό λογισμικό με δύο εκατομμύρια γραμμές κώδικα, προκειμένου στις οθόνες των ελεγκτών των ελληνικών AEW&C να παρουσιάζονται αυτόματα ενδείξεις και προειδοποιήσεις από όλα αυτά τα συστήματα, σε συνδυασμό με την εικόνα του ραντάρ! Οι Σουηδοί πλήρωσαν στο ακέραιο τις ρήτρες που προέβλεπε η σύμβαση για τις καθυστερήσεις και δεν κρύφτηκαν πίσω από το δάκτυλό τους… Ενημέρωσαν επίσημα ακόμη και τον Τύπο, και προτίμησαν να «μπουν μέσα» στο ελληνικό πρόγραμμα, αλλά να το αξιοποιήσουν ως επένδυση για τη δημιουργία μίας πραγματικά πρωτοπορειακής πλατφόρμας AEW&C. Την οποία αργότερα πούλησαν και σε άλλες χώρες, ανταγωνιζόμενοι ευθέως και με σημαντικές αξιώσεις τους Αμερικανούς! Εάν κάνετε μια σύγκριση-αντιπαραβολή με το τι συνέβει μέχρι τώρα στο πρόγραμμα ASPIS II, θα αντιληφθείτε τη διαφορά…

Η σταθερή κεραία ηλεκτρονικής σάρωσης, σε συνεργασία με τη χρήση πρακτικών προσαρμογής αυτόματου ελέγχου, προσφέρει εξαιρετική ακρίβεια ανάλυσης, βελτιωμένη απόδοση αποκάλυψης στόχων, παρακολούθηση πολλαπλών στόχων ταυτόχρονα και εξαιρετική αντοχή στα ηλεκτρονικά αντίμετρα. Το EriEye λειτουργεί στη ζώνη συχνοτήτων S και μπορεί να εκτελέσει ένα ευρύ φάσμα λειτουργιών, η αξιοπιστία των οποίων επιτυγχάνετε με την συνεχή εναλλαγή πολλαπλών κυματομορφών, με την συνεχή επανάληψη παλμών μέσης συχνότητας (για τον εντοπισμό εναέριων στόχων που πετούν πάνω από ξηρά ή θάλασσα) και με τη συνεχή επανάληψη παλμών χαμηλής συχνότητας (για τον εντοπισμό θαλάσσιων στόχων).

Το ραντάρ PS-890 καλύπτει τόξο 150ο σε κάθε τομέα και προς κάθε κατεύθυνση (συνολικά 300ο). Όλες οι πληροφορίες οι οποίες συλλέγονται από το ραντάρ αξιοποιούνται άμεσα εν πτήση, ενώ υπάρχει αμφίδρομη σχέση μεταφοράς εικόνας μεταξύ του εναέριου συστήματος και των επίγειων σταθμών ραντάρ. Η διαδικασία παρακολούθησης και ανίχνευσης εναέριων στόχων μπορεί να εκτελεστεί έως τη μέγιστη εμβέλεια. Επικουρικά, το ραντάρ μπορεί να εκτελέσει εναέρια επιτήρηση σε περιοχές δευτερεύοντος ενδιαφέροντος. Η κάλυψη IFF πραγματοποιείτε σ’ όλο το τόξο των 360ο, ενώ γίνεται και αναγνώριση των παρακολουθούμενων στόχων, μεταξύ εννέα (9) κατηγοριών για τους εναέριους στόχους και επτά (7) κατηγοριών για τους θαλάσσιους.

Το σύστημα διοίκησης και ελέγχου, εκτός από την απεικόνιση της εναέριας και της θαλάσσιας κατάστασης, παρέχει όλα τα απαραίτητα εργαλεία σχεδίασης αποστολής και αναγνώρισης, ζεύξεις δεδομένων και ελέγχου επικοινωνιών. Με μεθόδους όπως ο προσδιορισμός ζωνών συναγερμού, η επιβεβαίωση σημείων αναχαίτισης και ο προσδιορισμός του ποια φίλια αεροπορικά μέσα θα χρησιμοποιηθούν, ο χειριστής μπορεί να προσαρμόσει διάφορους τύπους σχεδίων αναχαίτισης. Στις υπόλοιπες λειτουργίες του συστήματος περιλαμβάνεται και ο βασικός έλεγχος εναέριας κυκλοφορίας με τη χρήση αποθηκευμένων σχεδίων πτήσης και πληροφοριών αεροπορικών βάσεων. Το σύστημα διοίκησης και ελέγχου παρακολουθεί, επεξεργάζεται και αξιολογεί αυτόματα τις πληροφορίες, εμφανίζοντας σήμα συναγερμού για τους χειριστές εάν οι επιχειρησιακές δυνατότητες έχουν επηρεαστεί από οποιαδήποτε βλάβη. Επίσης καταγράφει όλα τα δεδομένα σχεδίασης, προετοιμασίας και τακτικής για ανάλυση και αξιολόγηση μετά την αποστολή.

Εκτός του εναέριου μέσου, το EriEye πλαισιώνεται και από το επίγειο τμήμα διασύνδεσης, το οποίο ονομάζεται EGIS (ERIEYE Ground Interface Segment). Κάθε EGIS παρέχει τη δυνατότητα ζεύξης δεδομένων, με την οποία γίνονται δυνατές οι ανταλλαγές δεδομένων μεταξύ ενός EGIS και ενός αεροσκάφους. Ο χειριστής του EGIS διαθέτει μια κονσόλα που περιλαμβάνει οθόνη διαστάσεων 19 ιντσών, μονάδα ελέγχου και συσκευή εισόδου δεδομένων. Το EGIS έχει σχεδιαστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγεται η αντιστοίχηση του ίδιου ίχνους. Μέσω της σύγκρισης των δεδομένων το EGIS δημιουργεί αυτόματα προτάσεις συσχέτισης και από-συσχέτισης των ιχνών. Για παράδειγμα εάν το σύστημα εντοπίσει μια διένεξη IFF για ένα ίχνος, εμφανίζει αμέσως συναγερμό στο χειριστή έτσι ώστε να ληφθούν οι κατάλληλες αποφάσεις.

Το EriEye είναι ένας πραγματικός πολλαπλασιαστής ισχύος για την ΠΑ καθώς εξουδετερώνει, σε μεγάλο βαθμό, την περίπτωση αιφνιδιασμού, ενώ πολλαπλασιάζει τη δυνατότητα αποτελεσματικής κατεύθυνσης και διαχείρισης των φίλιων αεροπορικών δυνάμεων αναχαίτισης προς τις υπάρχουσες ή τις επερχόμενες απειλές. Αλλά μπορεί να γίνει καλύτερο και ικανότερο, μέσω της αναβάθμισης του σε GlobalEye, το οποίο ενσωματώνει το ραντάρ EriEye ER (Extended Range), εξέλιξη του EriEye, με αυξημένη εμβέλεια, τόσο σε επίπεδο εντοπισμού, όσο και σε επίπεδο ιχνήλασης. Στο θαλάσσιο πεδίο μάχης το GlobalEye μπορεί να εντοπίζει στόχους πέραν του ορίζοντα, μικρούς, επιπέδου Jet Ski, ακόμα και επιπέδου περισκοπίου. Ταυτόχρονα, στο χερσαίο πεδίο μάχης μπορεί να εντοπίσει και να αναγνωρίσει κινούμενους στόχους, όπως τεθωρακισμένα οχήματα και άρματα μάχης από μεγάλες αποστάσεις.